Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Ιουλίου 2009

Παραμύθι με νεράϊδες

Κάποτε πριν πολλά χρόνια ζούσε ένα αγόρι τόσο ευαίσθητο και καλόκαρδο που μια μάγισσα θύμωσε τόσο μαζί του που αποφάσισε να του στείλει τη νεράιδα του Σκότους για να το πάρει με το μέρος της.
Μια νύχτα που το φεγγάρι έπαιζε κρυφτό με τα σύννεφα, πήγε η Μαύρη νεράιδα στο σπίτι του νέου. Σύρθηκε κρυφά μες τους ίσκιους και τρύπωσε στο δωμάτιό του. Το παλικάρι κοιμόταν ήσυχα και γαλήνια. Έβλεπε ένα όμορφο όνειρο και χαμογελούσε.
Η νεράιδα πλησίασε αθόρυβα, κοίταξε το γαλήνιο βλέμμα του και ζήλεψε που ένας θνητός μπορούσε να νοιώθει τόση ηρεμία την ώρα που κοιμόταν. Έβγαλε το μαύρο πουγκί που είχε πάντοτε κάτω από τον μεταξωτό της μανδύα, και του έριξε στο στόμα λίγες σταγόνες. Λίγες σταγόνες από το φίλτρο της Λησμονιάς. Έριξε μια τελευταία ματιά πίσω της και έφυγε γελώντας.
Όταν ξύπνησε ο νέος το πρωί, δεν θυμόταν ποιος ήταν. Δεν θυμόταν τι ήταν. Βγήκε στο δρόμο, περιπλανιόταν σαν χαμένος, κοίταζε γύρω του σαν να έβλεπε τα πάντα για πρώτη φορά. Τότε πετάχτηκε μπροστά του η νεράιδα με τα μαύρα, του χαμογέλασε, και το χλωμό της πρόσωπο έλαμψε.
Πόσο όμορφη του φάνηκε!Ψιλόλιγνη και λυγερή με τα μεγάλα της μάτια να κοιτούν κατευθείαν στην ψυχή του. Το βλέμμα της ήταν σκοτεινό και το χαμόγελό της θλιμμένο, μα γι αυτόν είχε την λάμψη του Ήλιου.Ήταν το πιο όμορφο βλέμμα που είχε δει ποτέ!


Σαν υπνωτισμένος την ακολούθησε. Ο κόσμος έβλεπε τον νέο να ακολουθεί τη μαυροφορεμένη γυναίκα χωρίς να κοιτάει τίποτα άλλο, χωρίς να ρίχνει ένα βλέμμα πουθενά αλλού, παρά μόνο στη μορφή που προχωρούσε εμπρός του κι απορούσε:
"Μα καλά, δεν βλέπει που πηγαίνει; Δεν καταλαβαίνει ότι ακολουθεί τη Μαύρη νεράιδα; Θα τον οδηγήσει στο χαμό του!"
Κανείς όμως δεν του έλεγε τίποτα.Κανείς δεν τον έπιασε από τους ώμους να τον συνεφέρει. Όλοι κοιτούσαν και λυπόνταν. Η ζωή συνεχίζεται, τι κι αν ένας ακόμα νέος έπεφτε στα αδηφάγα χέρια μιας Μαύρης νεράιδας.... Καλό θέμα συζήτησης, μα μέχρι εκεί. Ό,τι δεν μας αγγίζει, δεν μας αφορά. Μέχρι να μας αγγίξει...
Μόνο τότε ασχολούμαστε, μόνο τότε φωνάζουμε και διαμαρτυρόμαστε γιατί κανείς δεν είπε κάτι, γιατί κανείς δεν μας ξύπνησε από το λήθαργο... Ο νέος την ακολουθούσε ολόκληρη τη Μέρα. Ο Ήλιος άρχιζε την κάθοδό του κουρασμένος πια, όταν εκείνοι, έφτασαν σε μια λίμνη.
Ήταν μια όμορφη λίμνη γεμάτη με νούφαρα που επέπλεαν επάνω στα πράσινα νερά της. Καλαμιές σκέπαζαν τη μία της πλευρά, και θάμνοι θεόρατοι, την άλλη. Τα δένδρα ήταν ψηλά και έκρυβαν το φως του Ήλιου. Η υγρασία δημιουργούσε καπνό που αναδυόταν αργά προς τον ουρανό. Φωνές πουλιών και πετάγματα εντόμων δεν ακούγονταν πουθενά. Μια απίστευτη ησυχία πλανίοταν γύρω.
Εκεί σταμάτησε η νεράιδα.Γύρισε τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια και του έγνεψε να πλησιάσει. Σαν να ξύπνησε από το λήθαργο ο νέος, κοίταξε τρομαγμένος γύρω του.
"-Που είμαι;" ψέλλισε.
-"Εδώ μαζί μου..." του είπε η νεράιδα. "Εδώ είναι το σπίτι σου, μαζί μου."
Πέταξε το μανδύα και του έπιασε το χέρι.
"-Έλα, έλα να βουτήξουμε στο νερό. Είναι δροσερά και όμορφα."
Θαμπώθηκε από την ομορφιά του κορμιού της. Ήταν σφιχτό και γεμάτο καμπύλες. Την ακολούθησε υπνωτισμένος. Βούτηξαν στα νερά κι άρχισαν να παίζουν. Έρχονταν όλο και πιο κοντά, οι ανάσες μπερδεύονταν, λαχάνιαζαν. Τα χάδια τους έγιναν πιο τρυφερά.
Η καρδιά του νέου άρχισε να χτυπά δυνατά.
-"Πόσο τυχερός είμαι...." σκέφτηκε. Αλήθεια, πόσο μεγάλη τύχη ήταν να γνωρίσω ξαφνικά μια τόσο όμορφη γυναίκα....!"


Οι μέρες κυλούσαν με χάδια και φιλιά. Ο νέος ένοιωθε ευτυχισμένος εκεί. Μέσα στο συνεχές μισοσκόταδο ανακάλυπτε πράγματα που δεν είχε ποτέ φανταστεί. Ο καιρός όμως περνούσε, και η νεράιδα άρχισε να δυσανασχετεί. Δεν τον άφηνε πλέον να την αγγίζει όπως πριν.Δεν τον άγγιζε ποτέ. Δεν τον φώναζε κοντά της. Καθόταν μόνη σε ένα βραχάκι, και χανόταν μέσα στις σκέψεις της.
Τότε εμφανίστηκε η μάγισσα. Ήρθε ξαφνικά μέσα σε ένα μαύρο σύννεφο. Κάτι είπε στη νεράιδα και αυτή τον κοίταξε με βλέμμα λυπημένο. Ανέβηκε στο σύννεφο και πέταξε μακριά μαζί της.
Ο νέος έμεινε αποσβολωμένος να κοιτά. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έφυγε. Τι είχε κάνει;
"Δεν μπορεί, θα ξαναγυρίσει... Δεν μπορεί να φύγει έτσι ξαφνικά, χωρίς ένα αντίο, χωρίς μια λέξη..." Περίμενε εκεί....
Περνούσαν οι εβδομάδες και ο νέος έστεκε πάντα δίπλα στη λίμνη. Οι μέρες έσερναν τις ώρες τους αργά, βασανιστικά. Κοιτούσε πάντοτε ψηλά, στον ουρανό. Κάθε φορά που έβλεπε ένα μαύρο σύννεφο να πλησιάζει σπρωγμένο από τον άνεμο, αναθαρρούσε.
Η καρδιά του πετάριζε. Περίμενε το σύννεφο να φέρει τη νεράιδά του πίσω. Εκείνο έφερνε όμως μόνο βροχή. Η νεράιδα δεν ξαναγύρισε ποτέ.Καθόταν στην άκρη της λίμνης και αναρωτιόταν
"Γιατί;"

Καμία απάντηση από πουθενά... Η μάγισσα μόνο πέρναγε καβάλα στο σύννεφό της και γέλαγε χαιρέκακα.
-"Τώρα να σε δω θνητέ, που πήγε η γαλήνη και η ηρεμία σου.... Γιατί χάθηκε η ομορφιά της ψυχής σου; Έτσι είναι πάντα... Έτσι θα γίνεται πάντα... Όλοι σας χρειάζεστε μια πλάνη, μία σκιά να βαραίνει τα μάτια για να καταλάβετε, να σταματήσετε να είστε ευτυχισμένοι".
Μήνες ολόκληρους τον κοίταζε και γελούσε. Τον έβλεπε να μαραζώνει και η καρδιά της ευφραινόταν. Μέχρι που κάποια στιγμή πέρασε πάνω από τη λίμνη η μάγισσα με το λευκό σύννεφο. Είδε ο νέος το σύννεφο που κατέβαινε και άρχισε να τρέχει προς τα εκεί.
Ένα τεράστιο χαμόγελο εμφανίστηκε ξανά και το πρόσωπό του έλαμψε. Όμως στο σύννεφο ήταν μόνο μια μάγισσα που το κοίταζε με λύπη.
"-Τι κάνεις εδώ πέρα μόνος σου; Ποιος είσαι;"
"-Εγώ περιμένω την αγαπημένη μου να έρθει πάλι στη λίμνη μας. Την ξέρεις; Φοράει ένα μαύρο μανδύα και είναι πολύ όμορφη. Έχει ένα θλιμμένο χαμόγελο... Έφυγε μια μέρα με ένα μαύρο σύννεφο και δεν ξαναγύρισε."
Η μάγισσα κατάλαβε..
-"Έλα" του είπε... "Έλα να σου πω...."
-"Τι μπορείς να μου πεις εσύ μάγισσα; Που είναι η αγαπημένη μου;"
-"Έλα να σου δείξω."
Ανέβηκε ο νέος στο σύννεφο και πέταξε μαζί με τη μάγισσα πάνω από βουνά και πεδιάδες. Έφτασαν σε ένα δάσος σκοτεινό όσο και η λίμνη του. Εκεί υπήρχαν δύο σκιές που πήδαγαν από βράχο σε βράχο. Γέλια αντηχούσαν και κραυγές. Αναγνώρισε τη φωνή της...Μα που ήταν; Τι έκανε εκεί;"-Γιατί;;;" ρώτησε τη μάγισσα.
-"Δεν υπάρχει γιατί. Έτσι είναι ο κόσμος. Έτσι ήταν και έτσι θα παραμείνει για πάντα. Δεν χωράει καλοσύνη και γαλήνη μέσα του. Πρέπει να υπάρχουν σκιές παντού."
-"Γιατί όμως; Ποιον πειράζει αν όλα είναι φωτεινά; Αν υπάρχει παντού χαρά και αγάπη;"
Η μάγισσα δεν του απάντησε. Τον κοίταξε μόνο και κούνησε το κεφάλι της.
-"Δεν κατάλαβες ακόμα; Ακόμα δεν μπορείς να καταλάβεις ότι τα ωραία πράγματα πρέπει να κρατούν για λίγο; Τι θα ήταν η ζωή σας αν παντού βασίλευε η ευτυχία; Ποιος θα μπορούσε να αντέξει αν όλα ήταν γύρω του όμορφα και εύκολα; Πως θα μπορούσες να κοιμηθείς, να ονειρευτείς εάν όλα είναι λουσμένα στο φως; Πως θα μπορούσες να νοιώσεις την χαρά της ηρεμίας αν ήσουν πάντα ήρεμος";
"Βλέπεις παλικάρι μου, ακόμα κι ο Ήλιος, δύει τη μισή μέρα. Παραχωρεί το θρόνο του στο βασίλειο των Σκιών. Μέσα εκεί ζει ο Έρωτας. Το υπέρτατο συναίσθημα ανήκει στη Νύχτα. Ανήκει στις Σκιές."
Ο νέος κατάλαβε.
-"Όλα είναι μία αντίφαση. Η ευτυχία είναι ένα Όνειρο που κρατάει για λίγο. Είναι μια Στιγμή που τη ζούμε για να μας λείψει. Τότε καταλαβαίνουμε την αξία της. Τότε νοιώθουμε."
-"Έλα πάμε πάλι πίσω. Εκεί στην πόλη από όπου ξεκίνησες. Τώρα ξέρεις. Τώρα μπορείς να ζήσεις κι εσύ σαν Άνθρωπος.
-"Ναι, τώρα πόνεσα. Έμαθα. "
-"Όχι ακόμα. Αλλά τώρα, μπορεί να μάθεις κάποτε." ... είπε η μάγισσα και γύρισε το σύννεφο πάλι στον ουρανό.
Η μέρα χάραζε και ο ορίζοντας ρόδιζε στο βάθος. Ένα ουράνιο τόξο σημάδευε το τέλος της μπόρας κάπου μακριά. Ο Ήλιος κόκκινος, σκορπούσε το φως του παντού. Μια ακτίνα ζέστανε το πρόσωπο του νέου. Έκλεισε τα μάτια κι ονειρεύτηκε τη νεράιδά του.
Τι κι αν ήταν Μαύρη; Ήταν δικιά του, έστω και για μία στιγμή...
-"Σε ευχαριστώ Μαύρη νεράιδα" φώναξε. "Σε ευχαριστώ που με έμαθες να νοιώθω. Με έμαθες ότι όλα είναι περαστικά."
-"Πάμε... Ο κόσμος είναι γεμάτος νεράιδες. Ήρθε η ώρα να ψάξεις τη Λευκή νεράιδα. Είναι κάπου εκεί έξω και σε περιμένει" ....


http://paramythimythiko.pblogs.gr/

Κυριακή 21 Ιουνίου 2009

O Άντρας στο Φεγγάρι

Κάποτε ήταν ένα πολύ όμορφο κορίτσι, που το έλεγαν Αμάτα και ζούσε σ' ένα μικρό χωριό, περικυκλωμένο από δάση, στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού. Η Αμάτα ήταν ονειροπαρμένη και είχε όλο παράξενες ιδέες. Φανταζόταν πως υπήρχε κάποιος άντρας στο φεγγάρι που της χαμογελούσε από ψηλά κάθε βράδυ.

"Θέλω να τον παντρευτώ, μαμά", έλεγε πεισματάρικα. "Είναι ο ομορφότερος άντρας που έχω δει ποτέ".

"Δεν υπάρχει κανένας άντρας στο φεγγάρι", ανταπαντούσε απότομα η μητέρα της. "Καιρός να βάλεις στην άκρη τα παιδιάστικα ονειροπολήματά σου. Πολλά παληκάρια του χωριού, ζήτησαν το χέρι σου. Ξέχνα το φεγγάρι και διάλεξε ένα από αυτά".

Όμως, η Αμάτα, αν δεν μπορούσε να έχει τον άντρα από το φεγγάρι, δεν ήθελε κανέναν άλλον. Εκείνο το βράδυ, έβαλε τα υπάρχοντά της σε μια τσάντα και το έσκασε από το χωριό. Θα πήγαινε να βρει τον άντρα των ονείρων της και θα του έλεγε πόσο τον αγαπούσε. Εκείνος όμως, θα της απαντούσε?

Η Αμάτα περιπλανήθηκε στο δάσος, κρυφοκοιτάζοντας μέσα από τα δέντρα. Το φεγγάρι ήταν τόσο ψηλά στον νυχτερινό ουρανό...πως θα έφτανε τον αγαπημένο της? Προσπάθησε να τον φωνάξει, αλλά η φωνή της πνιγόταν από τους ήχους των πλασμάτων της νύχτας. Προσπαθώντας να τον αγγίξει, σκαρφάλωσε στο ψηλότερο δέντρο του δάσους, σκίζοντας το φουστάνι της στα κοφτερά κλαδιά. Και πάλι όμως το φεγγάρι ήταν πολύ μακρυά.

Η Αμάτα κατέβηκε από το δέντρο και προσπάθησε να σκεφτεί. Στο τέλος αποφάσισε να σκαρφαλώσει στο βουνό. Θα έφτανε το φεγγάρι από την κορυφή του?

Ξεκίνησε να ανεβαίνει το μονοπάτι, ακολουθώντας τα πανάρχαια περάσματα που είχαν ανοίξει οι βοσκοί, αφήνοντας πίσω της το φιλόξενο δάσος. Το χιόνι στο βουνό, μελάνιασε τα γυμνά πόδια της και οι αιχμηρές πέτρες, ξέσκισαν τις μικρές πατούσες της, αλλά εκείνη δεν έδινε σημασία. Έφτανε πιο κοντά στον άντρα που αγαπούσε. Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Όταν έφτασε στην κορυφή του βουνού, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και φώναξε: "Γειά σου..γειά σου.."

Και πάλι όμως ο άντρας στο φεγγάρι, ήταν πολύ μακρυά. Βαριά σύννεφα φορτωμένα βροχή, σχημάτισαν μια κουρτίνα ολόγυρά του και εξαφανίστηκε από τα μάτια της. Το καημένο το κορίτσι, πήρε με δυσκολία το δρόμο του γυρισμού, κλαίγοντας με λυγμούς από την απελπισία. Ήταν αποφασισμένη να μην επιστρέψει στο χωριό της. Αν δεν μπορούσε να έχει τον άντρα στο φεγγάρι, δεν ήθελε κανέναν...

Στο δάσος σταμάτησε για να πλύνει τα κουρασμένα και πληγιασμένα πόδια της σε μια λίμνη. Είτε το πιστεύετε είτε όχι, το φεγγάρι ήταν εκεί, φανερωμένο πια από τα σύννεφα και επέπλεε στο νερό της λίμνης. Η Αμάτα, είχε ανεβεί στην κορυφή του βουνού για να τον φτάσει, όμως αυτός ήταν εκεί, μπροστά στα πόδια της. Τι όμορφος που ήταν και πόσο χαρούμενος φαινόταν που την έβλεπε! Άπλωσε το χέρι για να του χαϊδέψει το πρόσωπο και έπεσε με το κεφάλι μέσα στη λίμνη. Το τελευταίο πράγμα που είδε, ήταν το χαμόγελό του...

Ψηλά, ανάμεσα στ' αστέρια, ο θεός Τούπα, που παρακολουθούσε όλο αυτό τον καιρό την Αμάτα, δεν άντεξε τόσο πόνο. Ένα τόσο γενναίο κορίτσι, άξιζε καλύτερη μοίρα, ένα πιο ευτυχισμένο τέλος. Ο θεός, ανοιγόκλεισε τα μάτια και η Αμάτα, επέπλευσε και πάλι στην επιφάνεια του νερού, μεταμορφωμένη σ' ένα πανέμορφο νούφαρο.

Ακόμη και σήμερα, το νούφαρο και ο άντρας στο φεγγάρι συναντιούνται κάθε βράδυ στη λίμνη και θαυμάζει ο ένας, την αιώνια ομορφιά του άλλου...

Η κυρά της θάλασσας

Μια φορά κι έναν καιρό, στον απέραντο βυθό της θάλασσας είχε το παλάτι της μία πανέμορφη σειρήνα.

Κάθε μέρα μετά το ηλιοβασίλεμα ανέβαινε πάνω στον αφρό, πάντα σ'ένα συγκεκριμένο σημείο, όπου ήταν ένας μεγάλος βράχος. Εκεί καθόταν, αγνάντευε τα καράβια κι έπαιζε με την κιθάρα της μελωδικούς σκοπούς. Και κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια.

Μια μέρα όμως, ένα καράβι πέρασε τόσο κοντά της, που ο καπετάνιος του, μόλις την είδε, θαμπώθηκε από τη ομορφιά της και την ερωτεύτηκε παράφορα.

Τι να έκανε όμως? Το καράβι ταξίδευε και έπρεπε να φτάσει στο προορισμό του! Έπρεπε όμως να της μιλήσει. Να της πει πόσο πολύ ερωτευμένος είναι. Και να τι σκέφτηκε!

Πήρε ένα κομμάτι χαρτί, έγραψε τον καημό του, το έβαλε μέσα σε ένα άδειο μπουκάλι, το έκλεισε με έναν φελλό και το έριξε στη θάλασσα λέγοντας:

Θάλασσα που σ'αγαπώ
Έλα πάρε τον καημό,
Στο'κλεισα στο μπουκαλάκι
Την κυρά σου έχω μεράκι.

Ύστερα ακούμπησε στην κουπαστή και κοιτούσε το μπουκάλι ώσπου χάθηκε από τα μάτια του.

Πέρασαν αρκετές μέρες και κάποια από αυτές η Σειρήνα ανέβηκε πάλι στον αφρό της θάλασσας και βρήκε το μπουκάλι να επιπλέει δίπλα της.

Το άνοιξε και διάβασε τι ήταν γραμμένο μέσα. Αμέσως έπεσε σε μεγάλη περισυλλογή. Τα όμορφα λόγια που διάβασε, έκαναν την καρδιά της να χτυπήσει δυνατά.

Τον αγάπησε μόνο μέσα από ένα κομμάτι χαρτί.

Έπρεπε να βρει τον καπετάνιο. Ναι! Έπρεπε! Αλλά πως? Με ποιον τρόπο? Πήγε λοιπόν και βρήκε τον αδελφό της τον Ποσειδώνα που είναι Βασιλιάς της Θάλασσας και τον παρακάλεσε να ψάξει να βρει τον αγαπημένο της καπετάνιο.

Ο Ποσειδώνας της υποσχέθηκε πως θα εκτελέσει την επιθυμία της, διότι αληθινά ήθελε να την δει ευτυχισμένη.

Η Σειρήνα, γεμάτη χαρά, βούτηξε στο βυθό που ήταν το παλάτι της και άρχισε να χτενίζεται, να πλένεται, να βάφεται. Μέχρι που ειδοποίησε όλες τις γοργόνες να της φτιάξουν το ωραιότερο κολιέ από σπάνια κοράλλια και φιλντισένια όστρακα!

Εκείνες υπάκουσαν στη κυρά της θάλασσας και εκτελούσαν κάθε της διαταγή. Μέχρι και ολομέταξες μπλούζες με χρυσοποίκιλτα στολίδια κατάφεραν να φτιάξουν!

Οι μέρες, όμως, περνούσαν και ο Ποσειδώνας δεν είχε ανακαλύψει το καράβι με τον αγαπημένο καπετάνιο της αδελφής του.



Κάποιο δειλινό, όταν το φεγγάρι άρχιζε να ασημώνει τον ουρανό με το φως του, έπιασε μια τρικυμία, σήκωσε βουνά τα κύματα κι όσα καράβια έτυχε να περνούν από κει θαλασσοπνίγηκαν.

Τα ξάρτια τους έσπασαν και τα πληρώματα βρέθηκαν στον απέραντο ωκεανό, όπου κολυμπώντας προσπαθούσαν να σωθούν.

Ανάμεσά τους κάποιος φώναζε:

-Κυρά της θάλασσας που είσαι? Τα κύματα σταμάτησε! Τα καράβια χάθηκαν, σώσε μας πνιγόμαστε!

Την απελπισμένη φωνή άκουσε ο Ποσειδώνας. Κολύμπησε γρήγορα κατά κει και αμέσως κατάλαβε ότι ήταν ο καπετάνιος που γύρευε τόσο καιρό!

Ο Ποσειδώνας αφού σταμάτησε την τρικυμία και βεβαιώθηκε πως σώθηκαν όλοι οι ναυτικοί του πρότεινε την τρίαινά του. Ο καπετάνιος έπιασε την τρίαινα αμέσως και μαζί με τον βασιλιά της θάλασσας κατέβηκαν στο βυθό όπου ήταν η Σειρήνα καθισμένη στο θρόνο της και τους περίμενε.

Ο καπετάνιος τάχασε! Πρώτα πρώτα γιατί βρήκε την αγαπημένη του αλλά και από τα πλούτη και την πολυτέλεια που περιτριγύριζαν την γοργόνα του! Και αμέσως σκέφτηκε πως δεν είχε καμία ελπίδα να τον αγαπήσει η γοργόνα, ποια γυναίκα θα άφηνε τέτοια πλούτη για έναν άντρα?

Η Σειρήνα διάβασε τη σκέψη του αγαπημένου της καπετάνιου. Σηκώθηκε από τον θρόνο της, του άπλωσε τα χέρια και του έκανε νόημα να πλησιάσει. Εκείνος την πλησίασε και εκείνη λικνίζοντας το κορμί της με την ψαρένια της ουρά και μ'ένα χαμόγελο όλο πονηριά του είπε:

-Σήκωσε το κάθισμα του θρόνου από κάτω θα βρεις ένα χρυσό κασελάκι, άνοιξε το και πες μου τι έχει μέσα.

Πράγματι εκείνος έκανε όπως του είπε η αγαπημένη του. Ανοίγοντας λοιπόν το κασελάκι βρήκε ένα γράμμα, ένα σπαθί, ένα παξιμάδι κι ένα μπουκαλάκι γεμάτο από το νερό της ζωής.

Κοίταξε με απορία την Σειρήνα σαν νά 'θελε να της πει, τώρα τι πρέπει να κάνω? Από την αμηχανία τον έβγαλε η αγαπημένη του λέγοντας:

-Σ'αγαπώ κι εγώ καλέ μου καπετάνιε, όμως υπάρχει κάποια δυσκολία. Για να γίνω γυναίκα σου διάβασε πρώτα το γράμμα

Ο καπετάνιος το άνοιξε αρχίζοντας να διαβάζει δυνατά:

-Για να παντρευτεί η Σειρήνα τον άντρα που θα αγαπήσει, πρέπει πρώτα η ίδια να γίνει άνθρωπος με πόδια και ο μελλοντικός σύζυγος να της προσφέρει ένα παλάτι στη στεριά για να ζήσουν. Μετά, έχοντας για όπλα το σπαθί και το παξιμάδι πρέπει να νικήσει τον στρατό της Νεραϊδοχελώνας που πολιορκεί τον βυθό της θάλασσας και αφού την πιάσει αιχμάλωτη πρέπει να την καταφέρει να του μαρτυρήσει το μυστικό με ποιο τρόπο θα χρησιμοποιήσει το μπουκαλάκι με το νερό της ζωής.

Ο καπετάνιος κούνησε το κεφάλι του, έπιασε από τη μέση την αγαπημένη του και της είπε:

-Η αγάπη μου είναι τόσο μεγάλη που θα κινήσω γη και ουρανό και θα βρω την άκρη και θα σε κάνω γυναίκα μου. Άσε με όμως να ξεκουραστώ λίγο για να έχω καθαρό μυαλό να σκεφτώ.

Πράγματι πήγε να ξεκουραστεί, μα ήταν τόσο ταλαιπωρημένος από το ναυάγιο που τον πήρε ένας βαθύς ύπνος και είδε ένα παράξενο όνειρο.

Ένα μεγάλο γαλάζιο αστέρι με κεφάλι ανθρώπου ήρθε και κάθισε δίπλα του, κρατώντας το γράμμα που πριν λίγο είχε διαβάσει.

-Τι το θέλεις εσύ? Ρώτησε ο καπετάνιος.

-Για σένα το έφερα, απάντησε το αστέρι, και στάσου να ακούσεις προσεκτικά ό,τι θα σου πω.

Ανακάθισε ο καπετάνιος στο κρεβάτι, άνοιξε διάπλατα μάτια και αυτιά και άκουσε προσεχτικά το αστέρι.

-Αυτά που θα ακούσεις είναι η λύση που θέλεις στο αίνιγμα του προβλήματος που γράφει το γράμμα. Λοιπόν, πρώτα πρέπει να πας να εξοντώσεις το στρατό της Νεραϊδοχελώνας.

Στο σπαθί που θα κρατάς στα χέρια σου, εγώ θα δώσω δύναμη και έτσι θα νικήσεις όλο το στρατό. Με το παξιμάδι στο χέρι, πλησίασε το στόμα της Νεραϊδοχελώνας μα πρώτα, πριν της το ρίξεις στο στόμα, βούτηξέ το και τύλιξέ το σε τούτα εδώ τα φύκια.

Μόλις φάει το τυλιγμένο παξιμάδι θα γίνει ήρεμη σαν αρνάκι. Τότε πρέπει να ενεργήσεις γρήγορα. Κόψε της την ουρά και υποχρέωσέ την να σου μαρτυρήσει το μυστικό για το πώς θα χρησιμοποιήσεις το μπουκαλάκι με το νερό της ζωής.

Ύστερα θ'ανέβεις στον αφρό της θάλασσας, παρακαλώντας τον Βασιλιά Ποσειδώνα να σου δώσει ένα καράβι για να πας στις γαλάζιες βουνοκορφές, όπου εκεί θα φτιάξεις το παλάτι που θα καθίσεις με την αγαπημένη σου γυναίκα.

-Και πως θα φτιάξω το παλάτι? Ρώτησε ο καπετάνιος

-Πολύ απλά! Πάρε τόσα βότσαλα όσα τα δωμάτια που θα κάνεις, γέμισε το χρυσό κασελάκι με άμμο, γέμισε κι ένα μεγάλο μπουκάλι νερό της θάλασσας και σαν φτάσεις στις γαλάζιες βουνοκορφές φώναξέ με!

Κατενθουσιασμένος κι ευτυχισμένος ο καλός καπετάνιος ευχαρίστησε το γαλάζιο αστέρι για το καλό που του έκανε, μα κείνη τη στιγμή τ'αστέρι χάθηκε κι εκείνος ξύπνησε αναστατωμένος με όσα είχε δει. Και το πιο παράξενο είναι ότι δίπλα του ήταν ένας μεγάλος σωρός από φύκια!

Έκανε το σταυρό του για την τύχη που είχε και πήγε στην αγαπημένη του Σειρήνα. Της είπε πως είναι έτοιμος να εκπληρώσει το καθήκον του για την ευτυχία τους και κρατώντας το σπαθί, το παξιμάδι και το μπουκαλάκι αποχαιρέτησε την αγαπημένη του.

Νίκησε τον στρατό της Νεραϊδοχελώνας, καθώς και όλα όσα είχε δει στον ύπνο του.

Είχε φτάσει η στιγμή για το μυστικό και η Νεραϊδοχελώνα του είπε πως με το νερό θα πρέπει να ραντίσει την ουρά της Σειρήνας και μετά να πιουν και οι δύο από αυτό!

Έτσι κι έκανε. Και ναι! Καλά το φανταστήκατε! Στη θέση της ουράς εμφανίστηκαν πόδια κι η Σειρήνα έγινε ένας κανονικός άνθρωπος!

Ο καπετάνιος όμως είχε να ολοκληρώσει το έργο του.

Δίνοντας ένα γλυκό φιλί στη αγαπημένη του έφυγε για τις Γαλάζιες βουνοκορφές, όπου εκεί αφού μάζεψε τα βότσαλα φώναξε το γαλάζιο αστέρι!

Το γαλάζιο αστέρι χαμογελώντας κάλεσε το καλό πνεύμα της χαράς και της ευτυχίας και του έδωσε διαταγή να φτιάξει το παλάτι που ήθελε ο καπετάνιος.

Μονομιάς ένα δυνατό φως πλημμύρισε όλον τον τόπο.

Οι βουνοκορφές παραμέρισαν και χιλιάδες εργάτες παρουσιάστηκαν όπου κάθε ένας είχε από τέσσερα χέρια.



Έτσι το παλάτι μέχρι το βράδυ ήταν έτοιμο. Έτσι όλα έγιναν πραγματικότητα για τον καπετάνιο και την Σειρήνα, που ευτυχισμένοι έκαναν τον γάμο τους μέσα σ'ένα καράβι για να μπορεί να είναι στο γάμο και ο αδελφός της ο Ποσειδώνας!

Το τι γλέντι έγινε δεν περιγράφεται. Το καράβι, πλημμυρισμένο φώτα, έμοιαζε σαν γαλαξίας αστεριών, χιλιάδες γοργόνες με τις κιθάρες έπαιζαν μουσική και τραγουδούσαν.

Τα δελφίνια έκαναν βόλτες γύρω από το πλοίο, οι γλάροι είχαν γεμίσει τα ξάρτια και μαζεμένες ψαροπαρέες γύρω από το καράβι περίμεναν με ανοιχτό το στόμα τις λιχουδιές που τους πετούσαν!

Σαν νύχτωσε και το γλέντι τελείωσε, η αυλαία έκλεισε και το νιόπαντρο ζευγάρι πάνω στην χρυσή άμαξα, δώρο του Ποσειδώνα, έφυγαν για το παλάτι τους.

Εκεί ζουν ευτυχισμένοι και όσοι περνούν από τις γαλάζιες βουνοκορφές, λένε ότι ακούνε τα μελωδικά τραγούδια της Σειρήνας να τραγουδά την ευτυχία και την αγάπη του άντρα της...

Ο Ήλιος και η Σελήνη

Όταν ο Ήλιος και η Σελήνη συναντήθηκαν για πρώτη φορά, ερωτεύτηκαν με την πρώτη ματιά και ξεκίνησε μια μεγάλη αγάπη.

Ο κόσμος ακόμα δεν είχε δημιουργηθεί και την ημέρα που ο Θεός αποφάσισε να τον φτιάξει, τους έδωσε το φως τους.

Αποφασίστηκε ότι ο Ήλιος θα φώτιζε τη μέρα και η Σελήνη τη νύχτα. Και έτσι θα ζούσαν χώρια.

Με αυτή την απόφαση, πλημμύρισαν από στενοχώρια, γιατί κατάλαβαν πως θα ζούσαν χωριστά.

Η Σελήνη παρ' όλη τη λάμψη της άρχισε να απομονώνεται και ο Ήλιος από την πλευρά του, παρ' όλο που είχε κερδίσει τον τίτλο του "Βασιλιά των Αστέρων", δεν ήταν ευτυχισμένος.

Ο Θεός που έβλεπε τη θλίψη που είχαν, τους φώναξε και τους εξήγησε πως ο καθένας τους είχε μια ξεχωριστή λάμψη και δεν έπρεπε να είναι θλιμμένοι.

"- Εσύ Σελήνη θα φωτίζεις τα βράδυα και θα μαγεύεις τους ερωτευμένους. Εσύ Ήλιε θα δίνεις λάμψη στη Γη την ημέρα και ζέστη στους ανθρώπους και η παρουσία σου θα τους κάνει όλους πιο ευτυχισμένους."

Η Σελήνη λυπήθηκε για την τύχη της και έκλαψε πικρά...

Και ο Ήλιος βλέποντάς την να υποφέρει αποφάσισε να της δώσει δύναμη και να την βοηθήσει να δεχτεί την απόφαση του Θεού.

Παρ' όλα αυτά, αποφάσισε να ζητήσει μια χάρη από το Θεό:

"-Θεέ μου, βοήθησε τη Σελήνη γιατί είναι πιο ευαίσθητη από μένα και δεν αντέχει τη μοναξιά." Και τότε ο Θεός της χάρισε τ' αστέρια.

Όταν η Σελήνη αισθάνεται μοναξιά, καταφεύγει στ' άστρα, που κάνουν τα πάντα για να την παρηγορήσουν, αλλά ποτέ δεν το πετυχαίνουν.

Σήμερα ζούν χωριστά. Ο Ήλιος προσποιείται ότι είναι ευτυχισμένος και η Σελήνη προσπαθεί να κρύψει τη στενοχώρια της.

Λένε ότι ο Θεός ήθελε η Σελήνη να είναι πάντα γεμάτη και φωτεινή, αλλά δεν τα κατάφερε...Γιατί είναι γυναίκα και καμμιά γυναίκα δεν μπορεί να ζει χωρίς αγάπη.

Όταν είναι ευτυχισμένη είναι γεμάτη και λάμπει. Όταν είναι δυστυχισμένη είναι μισή και ένα τέταρτο και τότε δεν είναι δυνατόν να φανεί η λάμψη της.

Η Σελήνη και ο Ήλιος ακολουθούν τη μοίρα τους. Αυτός, μόνος αλλά δυνατός. Η Σελήνη παρέα με τ' άστρα, αλλά, αδύναμη.

Πολλοί άντρες προσπάθησαν να την αποκτήσουν αλλά δεν μπόρεσαν. Μερικοί πήγαν να τη δουν από κοντά, αλλά και πάλι γύρισαν άπρακτοι. Ποτέ κανείς δεν μπόρεσε να τη φέρει στη Γη ούτε και κανείς κατάφερε να την κάνει να ερωτευτεί.

Ο Θεός τότε αποφάσισε ότι κανένας έρωτας δεν θα είναι αδύνατος. Ούτε του Ήλιου και της Σελήνης. Τότε, δημιούργησε την έκλειψη.

Σήμερα ο Ήλιος και η Σελήνη, ζουν περιμένοντας αυτή τη στιγμή. Αυτή τη στιγμή που τους δόθηκε και που τόσο σπάνια συμβαίνει.

Όταν κοιτάζεις προς τον ουρανό από εδώ και μπρος και δεις τον Ήλιο να σκεπάζει τη Σελήνη, θα είναι γιατί ξαπλώνει πάνω της και κάνουν έρωτα.

Αυτό το έργο αγάπης ονομάστηκε "έκλειψη". Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι αυτη η λάμψη πάθους, είναι τόσο μεγάλη, που συνιστάται να μη βλέπουμε προς τον ουρανό εκείνη τη στιγμή, γιατί τα μάτια μας μπορεί να τυφλωθούν, αντικρύζοντας τόση αγάπη...

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009

Χρόνος κι Αγάπη

Mια φορά κι ένα καιρό,
υπήρχε ένα νησί
στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα.
Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη,
η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε
και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω.
Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται,
η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μία λαμπρή θαλαμηγό.

Η Αγάπη τον ρωτάει :
«Πλούτε μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»
«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο πλούτος.
«Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου
και δεν υπάρχει χώρος για σένα».
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία
που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
«Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.
«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη.
Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου»
της απάντησε η Αλαζονεία.
Η Λύπη ήταν πιό πέρα και έτσι η Αγάπη
αποφάσισε να ζητήσει από αυτήν βοήθεια.
«Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου»
«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου»
είπε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη
αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.
Ήταν τόσο ευτυχισμένη,
που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή.

«Αγάπη, έλα προς εδώ. Θα σε πάρω εγώ μαζί μου».

Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος
που η Αγάπη δεν γνώριζε,
αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη,
που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.
Όταν έφτασαν στην στεριά
ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.
Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε,
ρώτησε τη Γνώση:
«Γνώση, ποιός με βοήθησε;»
«Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;» ρώτησε η Αγάπη.
«Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;»
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει
πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009

Οι δύο νέοι

Σ'ένα μπαλκονάκι έρημο, σε σπίτι στοιχειωμένο
στεκόταν μια νεαρή κι έκλαιγε για τη μαύρη μοίρα.
Άϋλα τα χέρια της, τα μάτια της να αγγίξει δεν μπορούσε
μα ο πόνος πιο σαρκικός και ζωντανός από ποτέ.
Τα δάκρυα ολοζώντανα και γεμάτα, έσταζαν στου μπαλκονιού την κόκκινη σκουριά
και σαν σταγόνες από αίμα έπεφταν στης γης το πράσινο χορτάρι.
Πόνος και θλίψη στην ψυχή που στέκει στο έρημο μπαλκόνι.
Τραγούδι αβάσταχτης λύπης βαραίνει το δάσος που την περιτριγυρίζει.
Οι λύκοι τις νύχτες ένωναν το μελαγχολικό τους τραγούδι με το δικό της
κι έπλεκαν μαζί ένα διάφανο μοιρολόϊ.

Έτυχε μια νύχτα όμορφη ένας νέος να χαθεί στου δάσους τις σκιές.
Μα άφοβος σαν ήταν και γενναίο παλικάρι, δεν δίστασε το δάσος να γνωρίσει
κάτω από του φεγγαριού το φως.
Το χέρι του σήκωνε και τα δάχτυλα του περιεργαζόταν ψαχουλεύοντας τον απαλό αέρα.
Ξάπλωσε σε ένα δέντρο να ονειρευτεί και στο ταξίδι του ξεκούραση να δώσει
και κάποια στιγμή, σα να'τανε γραμμένο από την μοίρα, άκουσε το μοιρολόϊ των λύκων και της νεαρής
που στοίχειωνε το έρημο μπαλκόνι.
Σηκώθηκε και ησυχία μέσα του δεν έβρισκε.
Να βρεί την πηγή του θλιμμένου τραγουδιού ήθελε, να ακούσει καθαρότερα τα λόγια.


Περπάτησε μέσα από σκιές και μέσα από τ'αγκάθια των μαύρων θάμνων,
έκοβε πολλές φορές με το σπαθί τα κλαδιά που σαν δαινόνια χέρια τον δρόμο του έκλειναν
και του κώβαν το μονοπάτι.
Και μέσα στην αγωνία του και την μεγάλη θέληση του,
κάτω από το μπαλκόνι βρέθηκε και στάθηκε σαστισμένος.
Το τραγούδι δυνατό και ο αέρας κρύος...
Οι λύκοι ουρλιάζανε σα να ήρθε το μεγάλος Τέλος!


Μα το τραγούδι μάγεψε τις επιθυμίες του γενναίου νέου
και πήγε κάτω από το μπαλκόνι της νεαρής και ξάπλωσε καταγής.
Έκλεισε τα μάτια του και αφέθηκε στα λόγια...
Λόγια που πονούσαν στην καρδιά και θολώναν το μυαλό...
Μια ιστορία άκουσε, μιας νεκρής ωραίας κόρης...
Που κάποιος νέος την κορόϊδεψε και τέλος στην ζωή της πρόλαβε να δώσει.
Και τώρα χωρίς αγάπη και αγκαλιά, φυλακισμένη σε ένα μπαλκόνι περιμένει
μήπως και έρθουν τα γλυκά πουλιά και ανατήλει πάλι ο ήλιος.
Η ψυχή της τον δρόμο της να βρεί μαζί με μια αγάπη.


Κι ο νέος ακούγοντας τα λόγια έκλαψε και πόνεσε μαζί της
Να την δει την δύναμη δεν είχε, μόνο να την ακούει.
Τα δάκρυα της ένιωθε πάνω στο μέτωπο του
και την αγάπησε τρελά με πάθος και με όρκο!
Και θόλωσε του νέου το μυαλό και δεν έλεγχε τις σκέψεις!
Πήρε το σπαθί γερά απ'τη λαβή και την μύτη του γύρισε
στης καρδιάς του τους παλμούς σταματημό να βάλει.

Και όλα πέρασαν σαν αέρας που σταματά τον χρόνο.
Δεν ένιωσε τίποτα, καμιά αλλαγή, κανένα πόνο.
Σήκωσε το βλέμμα του και είδε στο μπαλκόνι μια κοπέλα.
Γαλάζιο φόρεμα φορούσε... Μάτια βουρκωμένα γκριζογάλανα,
μαύρα σαν την νύχτα τα μαλλιά της... Και ρόδα σκέπαζαν τα μάγουλα της.
Έτρεξε στου σκοτεινού σπιτιού τις σκάλες και στο μπαλκόνι βρέθηκε
τα χέρια της στα δικά του να πάρει.
Σαστισμένη η νεαρή τον κοίταξε στα μάτια
κι εκείνος νέο τραγούδι έπλεξε, γεμάτο έρωτα κι αγάπη
και σαν επίλογο έβαλε επιθυμίες του γλυκού ουρανού...

Και τότε τα δάκρυα έπαψαν, και το μοιρολόι χάθηκε μαζί με τις σκιές του δάσους.
Και οι λύκοι αλυχτούσαν για θρίαμβο και πάθος!
Και τα πουλιά κελαηδούσαν για δρόμους γεμάτους φως!
Και οι δυο νέοι αγκαλιάστηκαν στου μπαλκονιού την ερημιά...
Και τότε γέμισε με χρώμα το κάγκελο και η σκουριά χάθηκε στην γης την καταχνιά...

http://like-wolves-life.pblogs.gr/tags/skepseis-gr/pages/12.html

Κυριακή 14 Ιουνίου 2009

Το Τραγούδι της Σίλνελ



Σε σας μιλάω Πνεύματα του Δάσους και της Νύχτας,
σε σας που μ'αναθρέψατε με την μαγεία των προγόνων μου.

Τώρα είναι μακριά και ο κόσμος πέφτει στην Σκιά.

Δεν υπάρχει Μαγεία και τραγούδια Ξωτικά για να ξυπνήσουν
τους Χρυσούς Αετούς που πέτρινοι πια φυλάνε την Πύλη της Αβύσσου.

Ο Κόσμος στο τέλος του φτάνει και την αγάπη μου αρπάζει με νύχια κοφτερά
και μακριά την σέρνει.

Τα δάκρυα μου κεντώ στο δροσερό χορτάρι...

Την φωτιά που πλησιάζει να σκεπάσουν, με την ελπίδα να την σβήσουν.

Όλη η Χάρη που μου έχει δοθεί, όπλο κι ευχή σαν τείχος να σταθεί.

Το Κακό πίσω να στείλει και την αγάπη μου πίσω να μου φέρει.

Γιατί η καρδιά μου είναι μισή χωρίς εκείνον στο πλάϊ
Και δεν θα υπάρξει άλλη στιγμή, για την Σίλνελ του Ούλθελ και της Ρίλα
Στην τελευταία Νύχτα την Αστροφώτιστη την ψυχή μου θα χαρίσω
και το σώμα μου θα στείλω στων χαράδρων τις πνιχτές Σκιές, πίσω ελπίδα
να μην έχει να επιστρέψει.

Φύλακα των Παλαιών Καιρών και Αγάπη της Αθάνατης Ψυχής μου!
Αν με ακούς εκεί στην άκρη του Κόσμου, την προσευχή μου πάρε
και γύρω σου τύλιξε την!

Φύλακα των Παλαιών Καιρών και Σύντροφε των Φωτινών μου Ονείρων!
Αν με ακούς εκεί στην άκρη του Κόσμου, το τραγούδι μου πάρε
και στη μαύρη νύχτα, φώς να δεις και όραση καλή να έχεις!

Φύλακα των Παλαιών Καιρών και Αστερόφως της Ζωής μου!

Η Μοίρα μας είναι καλά δεμένη και χιλιοτραγουδισμένη!

Οι ψυχές μας χώρια ποτέ δεν θα βρεθούν!

Είτε στην ζωή του όμορφου Βορρά
Είτε στα Ουράνια Παλάτια των Όσλαρ
Μαζί θα είμαστε...

Αν με ακούς εκεί... στην άκρη του Κόσμου...

Σ'αγαπώ...


http://like-wolves-life.pblogs.gr/tags/istories-gr.html

Οι Δύο Λύκοι

Ένα βράδυ ένας γέρος ινδιάνος της φυλής Τσερόκι,

μίλησε στον εγγονό του για τη μάχη

που γίνεται μέσα στην ψυχή των ανθρώπων

και του είπε:

"Γιέ μου, η μάχη γίνεται ανάμεσα σε δυο λύκους
που έχουμε όλοι μέσα μας"

Ο ένας είναι το Κακό. Είναι ο θυμός, η ζήλια, η
θλίψη, η απογοήτευση, η απληστία, η αλαζονεία,
η ενοχή, η προσβολή, τα ψέματα, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, και το εγώ.

Ο άλλος είναι το Καλό. Είναι η χαρά, η ειρήνη, η
αγάπη, η ελπίδα, η ηρεμία, η ταπεινοφροσύνη,
η ευγένεια, η φιλανθρωπία, η συμπόνια, η
γενναιοδωρία, η αλήθεια, η ευσπλαχνία.'

Ο εγγονός το σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά
ρώτησε τον παππού του: "Ποιος λύκος νικάει;"

Ο γέρος Ινδιάνος Τσερόκι απάντησε απλά:
"Αυτός που ταΐζεις."


Συγχώρα με που ταϊζω τον πρώτο λύκο...

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009

...Μια ακόμη Ιστορία...

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό μακρινό ένας κόσμος διαφορετικός...
Χωρισμένος στα δύο, στο καλό και στο κακό.
Ζούσαν για έναν μεγάλο διάστημα αρμονικά, μέχρι που κάποια ξεχασμένη στιγμή τα σύνορα τους έσπασαν...
Σύγκρουση μεγάλη ήρθε ανάμεσα τους και κράτησε για πολλά πολλά χρόνια.
Ερείπια και θάνατος απλώθηκε στον κόσμο όταν ο πόλεμος σταμάτησε.
Ο ήλιος αρνήθηκε να ξαναβγεί και το φεγγάρι γύρισε την πλάτη του την σκοτεινή.
Έμεινε το αχνό φώς του Αποσπερίτη και των λίγων άστρων για να φωτίζει τον κατεστραμένο κόσμο.
Τα όνειρα χαθήκανε και η πηγή της ελπίδας στέρεψε.
Γεννήθηκαν οι Εφιάλτες και οι Σκιές και εξουσίαζαν τον κόσμο για αρκετό καιρό.
Στην πορεία των καιρών παρουσιάστηκε μια μάγισσα με ισχυρές δυνάμεις.
Κατάφερε με τον καιρό να εξουσιάσει τους Εφιάλτες και τις Σκιές και στην συνέχεια άρπαξε το φως του Αποσπερίτη και των άστρων και τα έκλεισε μέσα στην σκοτεινή της καρδιά.
Ο κόσμος πλέον φως δεν είχε και όλα τα όντα, καλά ή κακά, τυφλώθηκαν.
Τους έβλεπε μόνο εκείνη μέσα από την μαγική της δηλητηριώδη ματιά.
Όλα ερήμωσαν... Φυλές αφανίστηκαν... Η Φύση πέθαινε γοργά...
Οι νυχτερίδες έτρωγαν τα τελευταία νυχτοπούλια...
Και οι τελευταίοι Άνθρωποι και Ξωτικά φοβόντουσαν πια να κοιμηθούν γιατί οι Εφιάλτες τους επισκέπτονταν και τους εγκλώβιζαν σε ένα θάλαμο σκοτεινό όπου με μανία ορμούσαν οι συγκεντρωμένες Σκιές και τους κατασπάραζαν τις ψυχές.
Στο πέρασμα των πιο σκοτεινών χρόνων οι δρόμοι τριών τελευταίων απογόνων ενώθηκαν με τις ευλογίες μιας ανύπαρκτης ελπίδας.


Μια Ξωτικιά, ένας Άνθρωπος κι ένας Λύκος.
Όλοι τους είχαν κινήσει να βρουν την μάγισσα που εξουσίαζε τα πάντα με σκοπό να την φυλακίσουν στα βάθη της Αβύσσου.
Τα ονόματα τους δεν μας έγιναν γνωστά γιατί ξεχάστηκαν στα μονοπάτια μιας τρελής του χρόνου κούρσας.
Ο χρόνος είχε τρέξει τόσο γρήγορα μετά το Τέλος του κόσμου αυτού για να τα αφήσει όλα πίσω του και να μη τα θυμηθεί ποτέ ξανά κανείς.
Οι τρείς τους, λοιπόν, κίνησαν για τον πύργο της μάγισσας.
Στον δρόμο τους οι Σκιές και οι Εφιάλτες τους αντιστέκονταν σθεναρά αλλά οι τρείς τελευταίοι απόγονοι των γενιών τους ήταν τόσο αποφασισμένοι και τόσο χαρισματικοί που έσπαγαν κάθε αντίσταση.
Μετά από λίγο καιρό και μεγάλο κόπο, έφτασαν έξω από τον πύργο της μάγισσας που τον φρουρούσαν δυο γιγάντιοι φρουροί.
Οι Πατέρες των Εφιαλτών και των Σκιών.
Περίμεναν πολλές μέρες οι τρείς ήρωες μήπως και απομακρυνθούν από τις θέσεις τους οι φρουροί αλλά μάταια...
Εκείνοι έμεναν ακίνητοι στις θέσεις τους.
Ώσπου ο Λύκος γέννησε ένα σχέδιο στο μυαλό του και το μοιράστηκε με τους συντρόφους του.
Γοργοπόδαρος όπως ήταν και ταχύτατος σαν τον άνεμο τον παλιό, έτρεξε μπροστά στους δυο φρουρούς και τους προκάλεσε να τον πιάσουν.
Οι δυο φρουροί ένιωσαν μεγάλη προσβολή αφού κανείς δεν υπήρξε μέχρι τώρα να τολμήσει να τους προκαλέσει. Κι έτσι τον κυνήγησαν. Ο Λύκος μπήκε μέσα στο δάσος κι έτρεχε από εδώ και από εκεί μπερδεύοντας τους με την πορεία που θα ακολουθούσε. Η Ξωτικιά έπλεξε λέξεις της παλιάς της φυλής και τους ζάλισε την όραση ώσπου έχασαν την γή κάτω από τα πόδια τους κι έπεσαν. Τότε ο Άνθρωπος με το σπαθί των Πατέρων του τους κάρφωσε στις καρδιές τους και τους έστειλε στο Απόλυτο Κενό.
Τώρα ο δρόμος για τον πύργο ήταν αφύλαχτος και ανοιχτός για τους τρείς ήρωες.
Έτρεξαν γοργά μέσα με σκοπό να εφνιδιάσουν την μάγισσα.
Μπήκαν στον πύργο κι έψαξαν όλα τα δωμάτια και τις αίθουσες του αλλά η μάγισσα άφαντη...
Τότε σκέφτηκαν πως θα έπρεπε να χωριστούν μήπως και την πετύχουν κάπου κρυμένη και να της φράξουν κάθε δρόμο διαφυγής.
Έπρεπε όμως να καλέσουν αμέσως βοήθεια για να τρέξουν όλοι, καθώς η μάγισσα ήταν το ισχυρότερο πλάσμα σε εκείνο τον κόσμο και μόνος του κανένας δεν θα μπορούσε να την νικήσει.
Κι έτσι χωρίστηκαν...
Η Ξωτικιά βρέθηκε σε μια σκοτεινή αίθουσα αλλά η όραση της δεν ήταν δυνατή για να μπορεί να κοιτάξει πίσω από τα σκοτεινά πέπλα που γέμιζαν τον χώρο.
Έτσι... πετάχτηκε απότομα η μάγισσα μέσα από την σκοτεινιά και την ακινητοποίησε με λέξεις ισχυρές...
Έσυρε την Ξωτικιά έξω από την αίθουσα και κάλεσε τους δυο συντρόφους της να εμφανιστούν μπροστά της.
Κι έτσι έγινε...
Ο Λύκος και ο Άνθρωπος στέκονταν μπροστά στην μάγισσα που κρατούσε παγωμένη και ακίνητη την Ξωτικιά.
Στο ένα χέρι κρατούσε ένα δηλητηριασμένο σπαθί και στο άλλο το σώμα της Ξωτικιάς.
Δεν μίλησε... Απλά χαμογέλασε φρικτά κι έκανε δυό φορές την κίνηση να την σκοτώσει...
Στην τρίτη ο Λύκος επιτέθηκε για να ελευθερώσει την Ξωτικιά μα τα μάτια της τον έριξαν στο πάτωμα ακίνητο κι εκείνο...
Ο Άνθρωπος έτρεξε με το σπαθί ψηλά αλλά στον σταμάτησε η φωνή της...
"Έναν από τους δυο θα σώσεις... Έναν από τους δυο θα σκοτώσεις..."
Κι ο Άνθρωπος λύγισε... Γιατί απάντηση στην ερώτηση δεν υπήρχε για να δώσει... Και ήξερε καλά πως όλα είχαν χαθεί...
Ο Λύκος μπορούσε να σκεφτεί τις επόμενες κινήσεις και σκέψεις τις μάγισσας και με βάσανο μεγάλο προσπαθούσε να κουνήσει και να ελευθερώσει το σώμα του...
Ο Άνθρωπος έριξε το σπαθί του κάτω ζητώντας να σκοτωθεί ο ίδιος στην θέση εκείνων.
Η μάγισσα έριξε το σπαθί της προς τον Άνθρωπο μα ο Λύκος μετά από κόπο και υπερπροσπάθεια ελευθερώθηκε και όρμησε ανάμεσα στον Άνθρωπο και το σπαθί...
Τον διαπέρασε από την πλάτη στο στήθος κι έπεσε στην αγκαλιά του Ανθρώπου...
Η Ξωτικιά κοιτούσε παγωμένη μα τα μάτια της έτρεμαν κι έσταζαν δάκρυα σιωπής και πόνου.
Ο Άνθρωπος πήρε το σπαθί του κι έτρεξε προς την μάγισσα κι όταν έφτασε κοντά της με υψωμένο το σπαθί, εκείνη πέταξε πάνω του την Ξωτικιά.
Για να μη την τραυματήσει, έριξε το σπαθί και την έπιασε στην αγκαλιά του...
Τότε η μάγισσα τους έδεσε με μάγια σκοτεινά και έσυρε και τους τρείς ήρωες έξω από τον πύργο και κάπου εκεί τους άφησε τον ένα πλάϊ στον άλλο και σηκώνοντας τα χέρια ψηλά μια σκοτεινή φλόγα σκέπασε τα κορμιά των τριών ηρώων...
Πόνος και φρίκη στο τύλιγμα της φλόγας... Βγαλμένη από την καρδιά της Αβύσσου...
Η Ξωτικιά έσβησε και ο Λύκος που ξεψυχούσε ώρα τώρα γύρισε και ψυθίρησε στον Άνθρωπο μια τελευταία σκέψη... και χάθηκε κι αυτός μέσα από ένα θριαμβευτικό ουρλιαχτό...
Ο Άνθρωπος κοίταξε προς τα σκοτεινά βουνά πριν σβήσει και η δική του η ματιά και είδε αχτίδες φωτός να ξεπροβάλουν...
Κι εκεί χάθηκε μαζί με τους τρείς συντρόφους του...
Ο κόσμος εκείνος χάθηκε μέσα στις επόμενες στιγμές και η μάγισσα φυλακίστηκε για πάντα στο στόμα του Απόλυτου Κενού.
Λένε πως κανένα όπλο Ανθρώπινο ή Ξωτικό και κανένα Λυκίσιο ουρλιαχτό δεν θα μπορούσε να νικήσει εκείνο το κακό... Όμως στην πιο κρίσιμη στιγμή γεννήθηκε το ισχυρότερο όπλο πάνω σε εκείνον τον κόσμο και ήταν εκείνο που ξύπνησε τον ήλιο και αναδύθηκε ξανά και το φεγγάρι γύρισε το φωτινό του πρόσωπο. Και από την καρδιά της μάγισσας ελευθερώθηκε ο Αποσπερίτης και τα αστέρια κι έπνιξαν τις Σκιές και τους Εφιάλτες...
Το δυνατότερο και αγνότερο όπλο πάνω σε εκείνον το κόσμο, που μέσα του πήγαζαν τέσσερις δυνάμεις...

Η Φιλία, η Αγάπη, η Αυτοθυσία και η Ελπίδα...

Πέρασαν πάρα πολλά χρόνια μέχρι να δημιουργηθεί ένας νέος κόσμος βασισμένος σε αυτές τις τέσσερις δυνάμεις. Κι όταν φτιάχτηκε η ομορφιά του ήταν μεγαλύτερη και από του έναστρου νυχτερινού ουρανού.

Όμως... δεν ήταν γραφτό να επικρατήσει για πάντα...

Μόνο κάποιες μικρές φωτιές του επέζησαν σκόρπιες στον κόσμο που ζούμε σήμερα...

Και μια από αυτές διηγήθηκε αυτή η ιστορία...


Φίλοι λύκοι συγχωρήστε με για την αντιγραφή...
http://like-wolves-life.pblogs.gr/tags/istories-gr.html

Ο Άνθρωπος και η Μοίρα

Πριν πολλά-πολλά χρόνια, στις αρχές των πρώτων Εποχών του Κόσμου, οι Άνθρωποι ζούσαν ελεύθεροι χωρίς το βάρος της Σκιάς μοίρας. Κάποια σκοτεινή στιγμή, οι Δυνάμεις του Ουρανού αποφάσισαν πως ο κάθε άνθρωπος θα έπρεπε να έχει μια άϋλη οντότητα που θα τον συνοδεύει σε κάθε του βήμα και που θα καθορίζει την ζωή του από την γέννηση ως τον θάνατο. Αυτές οι αόρατες οντότητες ονομάστηκαν Μοίρες οι οποίες καθόριζαν πλέον την κάθε στιγμή των Ανθρώπων. Κι έτσι οι Άνθρωποι έχασαν την ελευθερία τους και ήρθαν χρόνια σκοτεινά και άβουλα.
Ώσπου, ένας Άνθρωπος αποφάσισε να τα βάλει με την Μοίρα του...

Καθισμένος σε έναν βράχο να ατενίζει τον μακρινό ορίζοντα, δεν μπορούσε να βρεί ηρεμία στην ψυχή του. Ήταν ο πρώτος από τους Ανθρώπους που προβληματίστηκε για την τύχη της πορείας της ζωής του. Δεν μπορούσε να ησυχάσει στην γνώση ότι κάτι άλλο καθόριζε την τύχη του και τα βήματα του πάνω σε αυτόν τον κόσμο. Έτσι λοιπόν αποφάσισε να τα βάλει με τις Δυνάμεις του Ουρανού αλλάζοντας την Μοίρα του.
Ο καιρός μετά την απόφαση του πέρασε με σκέψεις και σχέδια που θα τον βοηθούσαν να φτάσει στο κατόρθωμα που επιζητούσε. Κι έτσι, μια μέρα, έπλασε το καλύτερο σχέδιο που θα μπορούσε να σκεφτεί θνητός. Να ξεγελάσει την Μοίρα...

Μια όμορφη νύχτα ξάπλωσε δίπλα σε μια λίμνη κι έκλεισε τα μάτια μένοντας ακίνητος σα να κοιμάται. Ήρθε ο ήλιος, ήρθε ξανά το φεγγάρι, ξαναήρθε ο ήλιος ξανά μανά το φεγγάρι... Ήταν ζωντανός αλλά δεν έκανε καμιά κίνηση. Έμενε ακίνητος κι έτσι η Μοίρα δεν μπορούσε να ελέγξει τα βήματα και τις κινήσεις στην ζωή του. Έκανε υπομονή... Έφτασε στα όρια του θανάτου από την πείνα και το κρύο αλλά το πείσμα του και το πάθος του στόχου του υπερνικούσαν κάθε εμπόδιο και απειλή.

Έτσι... δύο φεγγάρια μετά, εμφανίστηκε δίπλα του μια πανέμορφη κοπέλα. Γονάτισε δίπλα του και τον κοίταξε καλά. Τα μάτια της καθρέφτιζαν τον έναστρο ουρανό και οι κόρες της το φεγγάρι. Τα μαλλιά της ήταν η νύχτα... Άπλωσε τα χέρια της και άγγιξε το πρόσωπο του ανθρώπου. Προσπαθούσε να καταλάβει τους σκοπούς της ακινησίας που επέβαλε στον εαυτό του. Δεν μιλούσε, δεν μπορούσε να μιλήσει, απλά τον κοίταζε και προσπαθούσε να καταλάβει.

Τότε ο άνθρωπος άνοιξε τα μάτια του και την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Έμοιαζε πραγματικά σα να κατέβηκε ο νυχτερινός ουρανός στην γη με μορφή θνητής γυναίκας. Της κράτησε απαλά το χέρι και την στιγμή που προσπάθησε να της πει κάτι, έχασε τις αισθήσεις του από την εξάντληση.

Πέρασαν μέρες πολλές και ο άνθρωπος ζούσε μέσα στο σκοτάδι ενός μεγάλου ύπνου. Όταν συνήλθε ο καιρός είχε περάσει μα για εκείνον ήταν σα να πέρασε μονάχα μια στιγμή της μέρας. Με έκπληξη είδε την κοπέλα να στέκεται δίπλα του και να του χαμογελά. Τον φρόντισε έτσι ώστε να γεμίσει ξανά με δυνάμεις και υγεία. Πέρασαν μέρες μαζί εκεί κοντά στην λίμνη και πολλές ήταν εκείνες οι νύχτες που ο άνθρωπος σαν μαγεμένος την κοιτούσε μέσα στα αστροφωτισμένα μάτια της. Της έπλεξε τραγούδια αγάπης και ομορφιάς κι εκείνη τα δεχόταν σαν ουράνιο δώρο.

Όλα κυλούσαν όμορφα και μοναδικά για τους δυο νέους, μέχρι που ο άνθρωπος θυμήθηκε τον σκοπό του...
Τότε θέλησε να τον αποκαλύψει στην κοπέλα που τον συντρόφευε και αυτό έκανε...
Εκείνη δάκρυσε και μελαγχόλισε... Άκουσε τους λόγους που τον έφεραν να πάρει τέτοια απόφαση και αναστέναξε με κατανόηση. Δεν ήξερε ότι οι Μοίρες στην ουσία σκλάβωναν την ελευθερία των Ανθρώπων. Πήρε στα χέρια της τα χέρια του νέου και κοιτόντας τον στα μάτια του μίλησε μέσα στις σκέψεις του.

" Είμαι η Μοίρα σου, σταλμένη από τον Ουρανό. Τα βήματα σου καθόριζα όπως μου πρόσταξαν οι Άρχοντες μου. Δεν ένοιωθα για σένα τίποτα, μόνο κοιτούσα να κάνω καλά το έργο που μου ανέθεσαν. Όπως και η κάθε Μοίρα, έτσι κι εγώ, δεν γνώριζα πόσο πολύτιμη είναι η ελευθερία στα βήματα της ζωής σας. Αυτή είναι η μορφή μου κι εσύ με ανάγκασες να της δώσω ύλη. Μένοντας ακίνητος για τόσες μέρες, δεν μπορούσα να καθορίσω την συνέχεια της ζωής σου, των στιγμών σου. Μα τώρα έμαθα και τα λόγια σου κρύβουν μόνο αλήθειες. Άϋλη δεν θα ξαναγίνω και Μοίρα της ζωής σου δεν θα ξανασταθώ. Όμως... αν δίπλα σου με θέλεις σαν γυναίκα της καρδιάς με χαρά μου θα σταθώ... Γιατί κοντά σου έμαθα να αγαπώ και να ακούω..."


Ο νέος έκπληκτος, έμεινε σιωπηλός... Θυμός και Αγάπη μέσα του συγκρούονταν αλλά επικράτησε η σκέψη της γαλήνιας νύχτας. Διπλά κερδιζμένος ήταν. Και την Μοίρα νίκησε αλλά και ελεύθερος πλέον είναι, μα και την αγάπησε και με την σειρά του την ελευθέρωσε από τα δικά της δεσμά. Και μάλιστα την αγάπησε πολύ...

Κι έτσι... έζησαν μαζί για πολύ καιρό. Τα χρόνια πέρασαν από πάνω τους και άγγιξαν τα σώματα τους, μα όχι την αγάπη τους. Πολλές Μοίρες παρακολουθούσαν, αόρατες, την περίεργη αυτή αγάπη και άλλες την καταλάβαιναν άλλες πάλι όχι. Μα καμιά δεν θέλησε από όσες ποθούσαν μια τέτοια αγάπη να φανερωθούν στους Ανθρώπους που καθόριζαν τις τύχες τους.

Η ζωή συνεχίστηκε... Οι Μοίρες συνέχισαν να καθορίζουν τους Ανθρώπους και μερικές από αυτές άφηναν κάποιες χαραμάδες ελευθερίας στος Ανθρώπους που ονομάστηκαν "Ελπίδες".

Κι έτσι επικράτησε μέχρι σήμερα στις Νέες Εποχές του Κόσμου που ζούμε.
Ο Άνθρωπος και η Μοίρα που ένωσαν τις ζωές του με την αγάπη τους, άϋλοι πλέον, ζούνε σε έναν Κόσμο μακρινό που αναπνέει σε έναστρο νυχτερινό ουρανό.

Ήταν ο Πρώτος Άνθρωπος μετά τις σκοτεινές εποχές που κατάφερε να κερδίσει την ελευθερία του και να αλλάξει την Μοίρα του, έχοντας την στην αγκαλιά του για πάντα...

Ο επόμενος δεν έχει έρθει ακόμη. Και ελπίζουμε ο Πρώτος να μην είναι και ο Τελευταίος...
Ίσως στον καιρό μας να υπάρξει ο Δεύτερος...

Ελπίζουμε σε αυτό. Ελπίζουμε γιατί κάποιες Μοίρες μας χάρισαν κάποιες μικρές χαραμάδες ευτυχίας...
Όπως ένα αστέρι καταφέρνει να ξεπροβάλει μέσα από μια μικρή χαραμάδα ενός σκοτεινά συννεφιασμένου ουρανού...

http://like-wolves-life.pblogs.gr/tags/istories-gr.html

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2009

Το μονοπάτι του λύκου


Μια τρελή κάποτε τραγούδησε στο
http://tistrellis.pblogs.gr/2007/08/mia-fora-ki-ena-kairo.html



Μιά φορά κι ένα καιρό...

..ήταν ενα κοριτσάκι... Ήταν καλό και ήσυχο κι έπαιζε με τις κούκλες του, και δεν πείραζε κανέναν.... Ο κόσμος της ήταν γεμάτος ροζ συννεφάκια και μαλακιές κόκκινες κάπες που της έπλεκε η γιαγιά της.. Τη σκέπαζαν με αυτές τις κάπες, να ναι πάντα ασφαλής και ζεστή, και να μη νιώθει το κρύο και τη σκληρότητα του κόσμου... Κάθε φορά που έφευγε απο τη ζεστή φωλιά του πατρικού της σπιτιού, για να κρυφτεί στη ζεστή φωλιά του σπιτιού της γιαγιάς, της έλεγαν να πηγαίνει πάντα απο το μονοπάτι. Ποτέ της να μην ξεμακρύνει απο το μονοπάτι.. Γιατί πέρα απο το μονοπάτι, πέρα απο το κομμάτι εκείνο που όλοι ήξεραν κι όλοι πάνω σε αυτό πατούσαν, κανείς δεν ήξερε τι κρύβονταν... Κι όλοι φαντάζονταν τα χειρότερα.. Εχει λύκους πέρα απο το μονοπάτι της έλεγαν πάντα, λύκους άγριους και πεινασμένους, και θα σε φάνε, γιαυτό πάντα απο το μονοπάτι, πάντα απο κει που τόσα χρόνια βαδίζουμε όλοι....

Όμως μια μέρα άκουσε κλάμμα δίπλα της μέσα στα δέντρα... Φωναξε μα δε της απαντησε κανείς... Μόνο το κλάμμα που έγινε λίγο πιο σπαρακτικό... Έκανε να φύγει, μα δε μπορούσε να αφήσει κάποιον να κλαιει ετσι... Κι ήταν.. ήταν σα να τη φώναζε... Τεντώθηκε όσο μπορούσε για να δεί, χωρίς να φύγει απο το μονοπάτι.... Ηταν εκει, μόνος του καθισμένος κάτω απο τα δέντρα κι έκλαιγε... και την κοιτούσε... Ματια μελιά και φρύδια σμιχτά... Του άπλωσε το χέρι μα κείνος δεν πλησίασε... Εκανε ενα βήμα διστακτικά, και κείνος σύρθηκε λίγο πιο κοντά της... Έκανε και δεύτερο και η απόσταση μίκρυνε... Και τρίτο... Φοβήθηκε γιατί είχε βγεί πια απο το μονοπάτι, μα να, τώρα τα μελιά του μάτια την κοίταζαν, κι ήταν τόσο μα τόσο όμορφα... Και κεινος τοσο ευτυχισμένος που ειχε παρέα...

Είχε ομως βγει απο το μονοπάτι και ήξερε οτι κινδύνευε πολύ.. 'Ετσι τον άφησε, κι έτρεξε πίσω, απο κει που πήγαιναν όλοι, για να ολοκληρώσει τη διαδρομή μέχρι την ασφαλή φωλιά της γιαγιάς της... Κι έμεινε μόνος του πάλι, κι έκλαψε πιο σπαρακτικά.. Και κείνη νόμιζε πως άκουγε πια το κλάμμα του παντού, νόμιζε πως απο μέσα της ερχόταν πια κεινο το κλάμμα, σαν να κανε στην ψυχή της μια τρύπα και να μπήκε μέσα, να εγκαστάθηκε μόνιμα εκεί, και κάθε φορά που διάβαινε το μονοπάτι, αυτό που πήγαιναν όλοι, έριχνε κλεφτές ματιές μήπως τον ξαναδεί..

Και την επόμενη φορά που τον άκουσε, έφυγε απο το μονοπάτι και πήγε κοντά του, και βυθίστηκε στα μελιά του τα μάτια, κι έπαιξαν, και έτρεξαν, και ξάπλωσαν μαζί, και της έδειξε τις ομορφιές του δάσους, και η κάπα της η κόκκινη η απαλή που την προστάτευε απο το κρύο και τη σκληρότητα του κόσμου σκάλωσε σε ένα κλαρί κι έμεινε πίσω μα δεν την ένοιαξε... Είχε τόσα να δει, τόσα να κάνει με τον καινούργιο της φίλο...

Και πίσω στο πατρικό της, και πίσω στο χωριό, οι άνθρωποι που περπατούσαν στο μονοπάτι, ανησύχησαν, κι άρχισαν να την ψάχνουν... Και πήραν τα όπλα τους και ξεκίνησαν να μπουν στο δάσος να τη βρούν, έφυγαν απο το μονοπάτι για να τη γυρεψουν, ετοιμοι να σκοτώσουν οτι ζούσε περα απο αυτο, περα απο κει που περπατούσαν όλοι....

Κι όταν βρήκαν την κάπα της σκαλωμένη στο κλαρί, άρχισαν να κλαίνε που την έχασαν για πάντα, κι ορκίστηκαν να βρούν το λύκο που την πήρε.... Και κείνος, έτρεχε μαζί της στα βουνά, κι όταν έκανε κρύο κούρνιαζαν ο ενας δίπλα στον αλλο, κι ο κοσμος της δεν ηταν πια ζεστός κι ασφαλής, και το μονοπάτι ήταν πίσω πολύ μακριά της, και η ζωη ηταν μπροστά της, κι είχε τοσο πολλά να δεί... Κι έμαθε πως μπορει και να σε πυροβολήσουν με τα οπλα τους, έμαθε πως υπάρχει κακία και θάνατος, έμαθε όμως πως υπαρχει κι αγάπη, κι αγώνας, κι όμορφα μέρη να εξερευνήσεις και να δεις...

Εμαθε πως καποια στιγμή, ο κακός ο λυκος θα έρθει, ακόμα κι αν ποτέ δε φύγεις απο το μονοπάτι, θάρθει και θα γκρεμίσει τον κόσμο σου τον ζεστό, και θα χάσεις την κόκκινή σου την κάπα... Θάρθει και θα σε πάρει εκεί που υπάρχει πόνος, και θάνατος, και μέρη όμορφα και θαυμαστά, και δάκρυα και αίμα μέχρι να τα γνωρίσεις...

Θαρθει και θα σου μάθει να παλεύεις, και θα σου μάθει πως πέρα απο το μονοπάτι θέλει δύναμη και κουράγιο για να τα καταφέρεις, και καμμιά φορά ειναι τόσο, μα τόσο μοναχικά που κάθεσαι κάτω απο τα δέντρα και κλαίς.... Μα θα σου μαθει και τη μαγεία του φεγγαριού, και το τρέξιμο στα λειβάδια, θα σου μάθει να μάχεσαι για τη μάχη, θα σου μάθει να χάνεις και να κερδιζεις...

Εσύ θα πρέπει να αποφασίσεις αν θες να γυρίσεις στο μονοπάτι, σε αυτό που πάνε όλοι, ή αν θα μείνεις μαζί του...

Ο Φύλακας και η Κυρά

Ευλογημένος να ζει αιώνες μέσα στις απαλές σκιές του δάσους και να τρέχει ελεύθερος στα φεγγαρόξεφωτα τις νύχτες. Φρουρός της ζωής που κρύβεται πίσω από τις φυλλωσιές και των ψυχών που γαλήνη ψάχνουν κάτω από το αστροφώτειστο πέπλο. Ο Θρύλος του ταξίδευε με τους βόρειους ανέμους και έφτανε σαν μικρή ιστορία παραμυθιού.

Έφτασε μια μέρα στα αφτιά μου μια ιστορία, ένα παραμύθι. Μιλούσε για έναν λύκο που ζούσε στο δάσος μαζί με την Κυρά του. Μια Νεράϊδα-Ξωτικό. Παρ'ολη την δύναμη που κατείχε πάνω στη γη και την εξουσία που του είχε προσφέρει η Κυρά του Δάσους, πάντα η καρδιά του κοιτούσε ψηλά και μελαγχολούσε στους νυχτερινούς ουρανούς. Τα τραγούδια του ποτέ δεν είχαν μέσα τους χαρά, αλλά μυστικές ευχές, γεμάτες επιθυμία απλησίαστη για το είδος του.

Η Νεράϊδα Κυρά όσο κι αν του έκανε παρέα, όσο κι αν έπαιζε μαζί του με τις μέρες κι όχι με τις ώρες, δεν κατάφερνε να του φέρει γαλήνη στην ψυχή. Τον παρακολουθούσε στην άκρη του γκρεμού να κοιτάζει τον νυχτερινό ουρανό και να ξεφυσά μελαγχολικά σα να ήταν φυλακισμένος σε κλουβί.

Του τραγουδούσε η Κυρά του Δάσους, μελωδίες Ξωτικές με λέξεις μαγικές. Λέξεις που ταξίδευαν με στόχο την καρδιά του λύκου, ώστε να απαλήνουν τον πόνο του και την λύπη του.

Μα ούτε και οι λέξεις οι μαγικές δεν κατάφερναν το παράπονο από τα μάτια του να διώξουν.

Και σκεφτόταν η Κυρά του Δάσους, γέννημα της απόλυτης ένωσης Ξωτικού και Νεράϊδας.

Σκεφτόταν καλά και βαθιά... Μα η καρδιά του λύκου ήταν απροσπέλαστη και πέρασμα δεν έβρισκε τις επιθυμίες του να δει.

Ο Φρουρός του Δάσους της έστεκε πάντα εκεί... Να κοιτάζει τον νυχτερινό ουρανό και να ξεφυσά το βάρος των σκέψεών του.

Μια μέρα όμως... καθώς τον παρακολουθούσε είδε αυτό που έψαχνε με τρόπους Νεραϊδοξωτικούς.

Εκεί που καθόταν ο λύκος, στην άκρη του γκρεμού, πέταξε στον ουρανό ένας αετός. Μεγάλος αετός, από την χρυσαφένια φυλή των κορυφών. Φτερά μεγάλα και επιβλητικά, μάτια που λαμπύριζαν μέσα στο σκοτάδι. Περήφανος πετούσε στους απαλούς ανέμους γύρω από το Δάσος της Κυράς.

Και είδε, η Κυρά, τον λύκο να σηκώνεται απότομα και να ακολουθεί παράπλευρα τον αετό και οι χτύποι της καρδιάς του να σπάνε την σιωπή. Έτρεχε με το βλέμμα του να είναι καρφωμένο στο πέταγμα του μεγάλου αετού. Όταν όμως ο αετός χάθηκε από τα μάτια του μέσα στις σκιές των κορυφών, έκατσε στα δυο του πόδια και κοίταξε ψηλά... Το αλύχτησμα που έβγαλε με όλη του τη δύναμη ήταν γεμάτο πόνο και επιθυμία... Κοιτούσε το Φεγγάρι και τον Αστέρα του Βορρά και οι ευχές του ήταν πια φανερές...

Η Ξωτικο-Κυρά τον κοιτούσε και κρατούσε την καρδιά της γερά. Τώρα που κατάλαβε τον λόγο της αιώνιας μελαγχολίας του λύκου που προστάτευαι το δάσος της και την ζωή που κρύβει μέσα του αυτό, δεν είχε πια καμιά αμφιβολία για αυτό που έπρεπε να κάνει.

Όταν ο λύκος έπεσε να κοιμηθεί, εκείνη βγήκε σε ένα φεγγαροξέφωτο και τραγούδησε λόγια μαγικά. Νεράϊδες και Ξωτικά μαζεύτηκαν γύρω της και βοηθούσαν στην μαγική μελωδία της νύχτας. Όλοι και όλα να βοηθήσουν εκείνον που τάχθηκε να υπερσπίζει δίχως να ζητά το Δάσος και τα Στοιχειά. Μεγαλύτερη σύναξη σαν κι αυτή ποτέ δεν έγινε ξανά. Κανείς δεν θυμόταν να συνέβαλαν τόσες δυνάμεις για να βοηθήσουν μια ψυχή ή να διώξουν μια απειλή.

Η νύχτα έφυγε και η σύναξη διαλύθηκε. Έμεινε μόνο η Ξωτικονεράϊδα να κοιτάζει τον λύκο από κοντά. Τον πλησίασε και με ένα χάδι στο κεφάλι τον ξύπνησε απαλά. Εκείνος άνοιξε τα μάτια του και την κοίταξε με χαρά. Δεν την έβλεπε συχνά παρά μόνο στο ολόγιομο Φεγγάρι. Άκουγε μόνο το τραγούδι της κι ένωνε το δικό του με το δικό της.

Σηκώθηκε ο λύκος κι ένιωθε παράξενα. Ένα αέρινο βάρος στα πλευρά του. Προσπαθούσε να κοιτάξει αριστερά και δεξιά μα δεν μπορούσε να δει καλά. Έτρεξε προς την κρυστάλλινη λίμνη και μαζί του έτρεχε γεμάτη χαρά η Κυρά. Μα εκεί που έτρεχε ο λύκος ξαφνικά τα πόδια του άφησαν την γη και το σώμα του το ένιωθε απελευθερωμένο στην αγκαλιά του αέρα. Έφτασε στην λίμνη μα δεν ήταν στις όχθες της. Ήταν ακριβώς από πάνω της και έριξε το βλέμμα του να δει τον εαυτό του...

Μεγάλα φτερά!!! Μεγάλα αετήσια φτερά!!! Φτερά της χρυσαφένιας φυλής των κορυφών του Βορρά!!! Ο λύκος τους Δάσους μπορεί και πετά!!!


Και το αλύχτησμα του ,στους ουρανούς καθώς πετούσε από χαρά, πλυμμήριζε ευτυχία και ένα είδος ελευθερίας που όμοιο του κανείς άνθρωπος θνητός ποτέ δεν θα καταλάβει!

Πέταξε μαζί του και η Νεραϊδο-Κυρά. Του έκανε παρέα στα πρώτα του πετάγματα. Και τραγουδούσαν μαζί. Έπαιζαν σαν δυο μικρά παιδιά στην αγκαλιά του αέρα. Τόση ήταν η χαρά που γιόρταζε ολόκληρο το Δάσος και τα γειτονικά βουνά.

Όταν κουράστηκε ο λύκος και πάτησε στη γή ξανά, τον πλησίασε η Κυρά κι έκατσε κοντά του.

Και καθώς τον χάϊδευε και του ψιθύριζε λόγια γλυκά, του είπε με απόλυτη αγάπη και στοργή...

"Λύκε του Δάσους μου, Φυλακα της ζωής που κρύβεται εδώ, Σύντροφε και πολέμιε της μοναξιάς μου...

Εδώ στο Δάσος είναι το Βασίλειο σου και χτυπά η καρδιά σου! Αλλά στον Ουρανό ταξιδεύουν τα όνειρα σου. Στον Ουρανό είναι ταγμένη η ψυχή σου..."

Και η Κυρά συνέχισε να παίζει μαζί του, να πετάει παρέα με τον λύκο στους νυχτερινούς αιθέρες...

Και το Δάσος γιόρταζε την κάθε νύχτα αυτό το μοναδικό γεγονός.

Τραγουδούσε για τον μόνο Φτερωτό Λύκο και την μόνη Νεραϊδοξωτική Κυρά...

Μελωδία χαρμόσυνη σαν πέπλο έπεφτε πάνω στο κόσμο όπου ζούσαν....

Ο Φύλακας και η Κυρά του Δάσους.

http://like-wolves-life.pblogs.gr/2007/08/o-fylakas-kai-h-kyra-toy-dasoys.html

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

Ο Λύκος του Δάσους της Κυράς

Μια Νύχτα Φεγγαρόλουστη, μέσα σε ένα φεγγαροξέφωτο, πάνω σε έναν μικρό λοφίσκο γεννήθηκε ένας λύκος. Τραγούδια και χοροί από τα Στοιχειά γύρω από τον νεογέννητο λύκο και του Δάσους η Κυρά στην αγκαλιά της τον βάζει στοργικά. Με μάτια βουρκωμένα τον κοιτάζει και του σιγοτραγουδά. Χορεύει απαλά μέσα στο φεγγαροξέφωτο κρατώντας τον σφυχτά. Τις Χάρες όλες όσες προορίζονται να του δοθούν καλεί και τις παρακαλεί κοντά του να μείνουν και ούτε μια να μη του απομακρυνθεί. Και με λόγια Αρχαία Ξωτικά, του προσφέρει το μεγαλύτερο Δώρο που θα μπορούσε να δοθεί. Αισθήματα, Γενναία καρδιά και Ελπίδα.

Ο Κόσμος του Δάσους και η Κυρά, χρόνια περίμεναν την γέννηση αυτού του λύκου. Φωτιά βγήκε μέσα από τα έγκατα της γης και μέσα σε αυτήν ενώθηκαν οι στάλες τις βροχής και κομμάτια γης. Και όταν έγιναν ΈΝΑ, πάγωσαν και δημιουργήθηκε ένας μικρός λοφίσκος. Στην πορεία των ημερών άνθιζε γοργά με άνθη και πρασινάδα. Και μοσχομύριζαν πιο έντονα από κάθε άλλο μέρος ανθισμένο στο μαγεμένο Δάσος της Κυράς. Τα αστέρια το δηλώναν και κάθε νύχτα έδειχναν το σημείο από όπου θα έρχόταν μια νέα ζωή. Ώσπου την πιο όμορφη νύχτα του Ουρανού, με το ολόγιομο Φεγγάρι γεννήθηκε μέσα από Γη, Φωτιά και Νερό ο Φεγγαρογεννημένος Λύκος.

Ο Λύκος Αθάνατος προοριζόταν στην ψυχή και φοβέρα καμιά στην καρδιά να μη του σταθεί. Τα τραγούδια και οι χοροί έπαψαν όταν η Κυρά μέσα στην ψυχή του κοίταξε και αργότερα στα αστέρια. Το μέλλον του ήθελε να δει, την τύχη που θα τον συνόδευε στην πορεία της ζωής του. Και γέλασε με την καρδιά της η Κυρά όταν είδε την δύναμη και την σοφία που θα κυριαρχούν μέσα στον αγαπημένο της Λύκο. Μα στάθηκε το βλέμμα της σε μια Σκιά...

"Αθάνατος είσαι Λύκε μου... Μα τα χρόνια σου δεν θα είναι πολλά..."

Και δάκρυσε η Κυρά... Μελαγχώλησαν τα αστέρια... Αποσύρθηκαν με λύπη τα Στοιχειά και κρύφτηκε το Φεγγάρι...

Και μέσα στο απόλυτο Σκοτάδι έλαμψε στα μάτια η Κυρά και του έδωσε υπόσχεση μεγάλη. Φίλη του θα του σταθεί, ποτέ μακριά του δεν θα πετάξει. Και στον δρόμο του θα έχει πάντα την ευχή της και την βοήθεια της. Κι όταν φτάσει η ύστατη στιγμή στο πλάϊ του θα κάτσει και τρυφερά από το χέρι τον δρόμο του θα χαράξει προς μια χώρα όπου οι ψυχές δεν χάνονται και οι Σκιές θέση καμιά δεν έχουν.



Τα χρόνια του Λύκου στο Δάσος της Κυράς ήταν γεμάτα ομορφιά και συντροφιά. Μεγάλωσε, έγινε σπουδαίος ανάμεσα στα σπουδαία όντα που κατοικούσαν πίσω από τις φυλλωσιές του Δάσους. Και η Σοφία του μεγάλωνε συνεχώς. Μελαγχολικός πάντα αλλά γεμάτος αγάπη. Έγινε ο Φύλακας του Δάσους της Κυράς και καμιά Σκιά δεν τολμούσε να πλησιάσει. Οι ιστορίες των τελευταίων Χρυσαετών λένε πως η Κυρά του έκανε κάποτε το πιο όμορφο δώρο που θα μπορούσε να δωθεί. Του χάρισε φτερά για να πετά ψηλά, εκεί όπου οι επιθυμίες του έβρισκαν τον άνεμο και η ψυχή του την γαλήνη. Λένε ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που πέταξε μαζί τους ή που πολέμησε στους Ουρανούς στο πλάι τους. Η παρουσία του στον αέρα πάντα επιβλητική, προκαλούσε τρόμο σε κάθε απειλή. Και έζησε με αυτά τα φτερά αρκετό καιρό, λένε, πριν τα χάσει σε μια μάχη με τον τελευταίο Μαύρο Δράκο. Από τότε ξεκίνησε ο η πορεία του προς την τελική Οδό της ζωής του. Όταν κάθε εχθρικό ον έφυγε μακριά από το Δάσος της Κυράς κι ένιωσε την ασφάλεια του τόπου, έφυγε για την μεγάλη του Αποστολή. Εκείνη που του δόθηκε στο πρώτο Φεγγαρόφως της ζωής του. Ο δρόμος του ήταν μεγάλος και δύσκολος. Γεμάτος πόνους και στερήσεις. Αλλά ποτέ του δεν έκανε βήμα προς τα πίσω. Ποτέ του δεν λύγισε ή φοβήθηκε. Η προσφορά του ήταν μεγάλη αφού έφερε στο φως την μεγάλη γενιά των λύκων. Μπορεί να μην ήταν σαν κι αυτόν αλλά δεν είχαν να ζηλέψουν τίποτα από την ομορφιά του ή το σθένος του. Τους δίδαξε καλά και τους χάρισε σοφία. Μα μέσα σε όλα αυτά εκείνοι μόνοι τους λάτρεψαν και την μελαγχολία. Έμαθαν από εκείνον την μοναξιά και την αξία της συντροφικότητας. Την σημασία της φιλίας και του όρκου. Κι όταν είδε ότι το έργο του τελείωσε και ότι το δημιούργημα του ήταν όπως θα ήθελε, έφυγε κι από εκεί. Θέλησε να γνωρίσει τους Ανθρώπους...



Δεν υπάρχουν λόγια ή τραγούδια που να μπορούν να δηλώσουν τον πόνο και την θλίψη ή τα βάσανα που πέρασε στα επόμενα βήματα του μεγάλου του ταξιδιού. Ο Λύκος γνώρισε την φυλή των Ανθρώπων... Τον πρώτο καιρό τους παρακολουθούσε πίσω από τις φυλλωσιές και τις σκιές της νύχτας. Έβλεπε και μάθαινε για εκείνους. Κι έμαθε καλά ότι είναι ικανοί για το καλύτερο και ομορφότερο όπως είναι ικανοί και για το χειρότερο και βαρβαρότερο. Δεν τους πλησίαζε ποτέ παρά μόνο από μακριά τους παρακολουθούσε πάντα. Ώσπου μια νύχτα είδε και άκουσε τους κάποιους ανθρώπους να τρέχουν γεμάτοι φόβο, πόνο και πανικό από εδώ και από εκεί σαν τρελοί. Κι άκουσε με την μεγάλη του ακοή ότι ένα μικρό κορίτσι χάθηκε στους δάσους τα άγρια μονοπάτια και ότι τρομερά αγρίμια θα την κατασπάραζαν. Δεν έκατσε ούτε στιγμή άλλη να τους ακούσει. Έτρεξε να βρεί το μικρό κορίτσι μέσα στις σκιές του δάσους με την ελπίδα να προλάβει εκείνος πρώτος παρά τα αγρίμια. Ώρες ατέλειωτες έψαχνε μέχρι που στάθηκε στην θέα ενός πεσμένου μικρού παιδιού και από πάνω του ένα αγρίμι λυσσασμένο έτοιμο να το αρπάξει για την φωλιά του. Ο Λύκος όρμηξε σαν τον άνεμο κατά πάνω του μα το αγρίμι απομακρύνθηκε φοβισμένο και χάθηκε πίσω από τους θάμνους. Έμεινε εκεί δίπλα στο μικρό κορίτσι και του πρόσφερε ζεστασιά με την ανάσα του, σκέψεις ασφάλειας και ελευθερίας και φιλίας. Μα δεν πέρασε ώρα πολύ όταν γύρω από εκείνον και το κορίτσι εμφανίστηκαν πολλά αγρίμια έτοιμα να επιτεθούν. Οι αφήγηση του Βόρειου Ανέμου λέει πως δόθηκε μάχη σκληρή και ότι ο Λύκος πληγώθηκε σοβαρά. Αλλά τα περισσότερα αγρίμια έπεσαν νεκρά από τα δόντια του και όσα κατάφεραν έφυγαν και κρύφτηκαν για την υπόλοιπη ζωή τους στα έγκατα της γης. Ξάπλωσε δίπλα στο κορίτσι μέχρι να κλείσουν οι πληγές του Αθάνατου κορμιού του και το ξεφύσημα του την ξύπνησε... Στην πρώτη θέα δεν υπήρξε φόβος λένε, αλλά αγάπη μεγάλη κι εμπιστοσύνη αστραπιαία. Όταν ο Λύκος ένιωσε γερός την επέστρεψε πίσω στους δικούς της. Αλλά εκεί τον περίμενε η μεγάλη του δοκιμασία... Τον άρπαξαν και τον φήμωσαν. Τον βασάνισαν και του χρέωσαν την ενοχή. Δολοφόνο τον αποκάλεσαν, θηρίο που τρώει παιδιά και ανθρώπους. Και δεμένο τον είχαν στο κέντρο του χωριού για να τον βλέπουν όλοι και να μαθαίνουν για τον διαβολικό Λύκο. Μόνο το κοριτσάκι τον κοίταζε με δάκρυα στα μάτια από το παραθύρι του και πονούσε στην θέα των βασάνων του. Ο Λύκος ένιωθε ανώτερος και έκρυβε κρυφή στοργή για τους Ανθρώπους και για αυτό δεν δίστασε να εμφανιστεί προσφέροντας τους την ασφαλή επιστροφή του χαμένου κοριτσιού. Μαρτύρια φρικτά πέρασε για πολύ καιρό. Δεμένος και φημωμένος... Το βλέμμα του μόνο στον Ουρανό κοιτούσε και το κουρασμένο του σώμα επιθυμούσε εκείνα τα φτερά που είχε κάποτε, να γλιτώσει. Η Κυρά του Δάσους έστεκε στην άκρη ενός λόφου, εκεί που καθόταν μαζί του παρέα και μελετούσαν τα σημάδια του ουρανού και τραγουδούσαν για αρχαίες ιστορίες. Έβλεπε με τη Ξωτική ματιά της τα βάσανα του Λύκου της μα δεν μπορούσε να επέμβει γιατί αυτή ήταν η Μοίρα του Λύκου και μόνος του θα βάδιζε ως το Τέλος της. Δάκριζε κι εκείνη και μοιρολογούσαν τα στοιχειά... Βαριά θλίψη είχε σκεπάσει το Δάσος της Κυράς... Μα μια νύχτα, το μικρό κορίτσι έφυγε κρυφά και πήγε στου Λύκου την αιχμαλωσία και έκοψε τα δεσμά. Τον ελευθέρωσε από την κακιά του τύχη και τον παρακάλεσε να μη την ξεχνά. Ο Λύκος έφυγε τρέχοντας γεμάτος πόνους και τραύματα σκληρά. Μα η φυγή του ήταν η πρώτη σκέψη του και δεν κοίταξε πίσω ξανά παρά μόνο το πρόσωπο του μικρού κοριτσιού και ήξερε καλά πως κάποτε θα ξανασυναντηθούν. Η ιστορία του Βόρειου Ανέμου συνεχίζει λέγοντας μας πως το κορίτσι έφυγε κι εκείνο την ίδια νύχτα και έζησε μόνο του στα δάση και στα βουνά και μεγαλώνοντας έμαθε να ζει σαν λύκαινα στο πλάι των λύκων που δημιούργησε πριν πολλά χρόνια ο Πρώτος Λύκος. Ο Λύκος που την απελευθέρωσε και της έσωσε την ζωή από τα δόντια των αγριμιών.

Πέρασε καιρός μέχρι να γιατρευτούν οι πληγές του Λύκου. Μα όταν γιατρεύτηκαν χάρηκε για λίγο την ελευθερία του και την μοναξιά του. Και μετά συνέχισε τον δρόμο του περιπλανώμενος στα δάση και τα χιονισμένα βουνά. Ώσπου γνώρισε μια λύκαινα που έμοιαζε πολύ στον ψυχισμό του. Δίστασε αρχικά μα βρήκε το κουράγιο και την πλησίασε. Εκείνη διστακτική του έδειξε τα δόντια και πολλές φορές τον δάγκωσε για να τον διώξει μακριά από φόβο και ανασφάλεια. Μα εκείνος την κέρδισε με την εμπιστοσύνη και τις καθαρές του σκέψεις. Την αγάπησε πολύ κι εκείνη δεν δίστασε να του αφιερώσει και την δική της αγάπη. Μαζί έζησαν αρκετά χρόνια. Ο Λύκος τώρα πια είχε γνωρίσει και το τελευταίο κομμάτι της ολοκλήρωσης του... Γνώρισε τον Έρωτα στο πλάι της αγαπημένης του. Όμως... η μοίρα του και η τύχη ήταν ήδη γραμμένα σε χέρι σκοτεινό... Ο Λύκος ήταν Αθάνατος μα όχι και η λύκαινα του... Κι έτσι βίωσε τον θάνατο αγαπημένου προσώπου για πρώτη του φορά... Και άλλη δεν ήθελε ξανα να ζήσει... Έμεινε σιωπηλός και σκιασμένος για πάρα πολύ καιρό και δεν σταμάτησε να τρέχει μακριά από κάθε τι που του θύμιζε κάτι από τα παλιά... Μίσησε τον εαυτό του και αλληλοτραυματίστηκε πολλές φορές. Μα δεν μπορούσε να πεθάνει έτσι απλά... Το Τέλος του Δρόμου του πλησίαζε και το ένιωθε... Ήξερε πως θα βρεί μια πρόκληση που θα του χάριζε τον θάνατο.



Ο Λύκος περιπλανώμενος σαν καταραμένος στις σκιές του κόσμου είχε χάσει την πίστη του και είχε ξεχάσει την ελπίδα. Ο Νυχτερινός Ουρανός που κάποτε του πρόσφερε γαλήνη, τώρα του πρόσφερε αναμνήσεις πόνου και θλίψης. Ήξερε καλά πως την μεγαλύτερη του φυλακή τώρα την ζούσε... Όμως μέσα στην απελπισία του ο Άνεμος από τους παλιούς του τόπους, του έφερε μήνυμα τρόμου! Ένα Τέρας έκτρωμα της φύσης, που δημιουργήθηκε με μίσος και κακία από πολύ παλιά, πριν και την δική του γέννηση, πλησίαζε το Δάσος της Κυράς για να το καταστρέψει. Και ούτε μάγια ούτε η δύναμη της Κυράς μπορούσαν να τον σταματήσουν. Δημιούργημα φρικτό από αρχαίο άψυχο λύκο και από τον πρώτο Άνθρωπο που βάδισε σε βάρβαρα μονοπάτια. Αγκαλιασμένος και μεγαλωμένος στο πέπλο της Σκιάς... Ένας Λυκάνθρωπος που ξέφυγε από τα βαθύτερα μπουντρούμια της Αβύσσου... Τώρα ο Λύκος μούδιασε βλέποντας την καταστροφή με τα μάτια που κοιτούσαν προς το μέλλον. Και έβλεπε την μοίρα του Δάσους και της Κυράς. Έτρεξε για μέρες ολόκληρες πιο γρήγορα κι από τον άνεμο. Με μια ανάσα μόνο. Δεν στάθηκε ούτε στιγμή να ξαπωστάσει. Έτρεξε τόσο γρήγορα που νόμιζες ότι σταμάτησε ο χρόνος και προχωρούσε μόνο αυτός. Ώσπου έφτασε στο Δασος της Κυράς και βρήκε την ζωή από εκεί να λείπει. Όμως πρόσεξε και ξεφύσηξε μακριά τον φόβο του, όταν αντιλήφθηκε πως όλα είχαν κρυφτεί. Έψαξε προσεκτικά μέσα στο Δάσος που σκοτείνιαζε απειλητικά... Άκουγε το ουραλιαχτό της φρίκης μέσα από τις Σκιές που κατέλαβαν το δάσος και μέσα από την πυκνή ομίχλη είδε την Κυρά γονατισμένη και αδύναμη στο έλεος του μεγάλου Θηρίου... Πετάχτηκε και μπήκε ανάμεσα τους. Κοίταξε την Κυρά στα μάτια κι εκείνη είδε τον Θάνατο του Λύκου της... Μα τίποτα δεν μπορούσε να κάνει... Η μάχη ξεκίνησε... Ο Λυκάνθρωπος άρπαζε τον Λύκο με τα νύχια του και αφού του άνοιγε θανάσιμες πληγές τον πετούσε πάνω στους βράχους. Ο ήχος και ο κρότος ήταν τόσο δυνατός που δημιουργούσε σεισμούς και ρίγη! Μέχρι που ο Λύκος έπεσε και δεν ξανασηκώθηκε εξαντλημένος και θανάσιμα χτυπημένος. Κοιτούσε την Κυρά με λύπη από την ανημπόρια του... Το Θηρίο επίσης αρκετά τραυματισμένο και κουρασμένο βάδιζε προς το μέρος της Κυράς. Ο Λύκος τότε θυμήθηκε την ελπίδα και την Αποστολή... Και πάνω του έπεσε το Λυκόφως του Φεγγαριού όπως την μέρα που γεννήθηκε. Σηκώθηκε και άρπαξε τον Λυκάνθρωπο από τον λαιμό και τον τίναξε στην άλλη άκρη μα δεν τον περίμενε να σηκωθεί. Έπεσε από πάνω του και τα δόντια του γραπώνονταν με ταχύτητα από το σώμα του Θηρίου. Εκείνο τον χτυπούσε με τα νύχια του και τα έμπηγε στο σώμα του Λύκου. Η σύγκρουση τους έμοιαζε με την σύγκρουση δυο Άστρων. Τόσο επική είναι η αφήγηση της ιστορίας όταν την λένε τα λιγοστά Στοιχειά που παρέμειναν στο Δάσος. Ο Λυκάνθρωπος στο τέλος δεν άντεξε τα πλήγματα και ξεψύχησε ανάσκελα πεσμένος. Το σώμα του χάθηκε μέσα στης γης τα έγκατα και στάλθηκε στα δώματα της Αβύσσου κι από εκεί μόνο όταν το Σκοτάδι και η Σκιά θα το επιθυμούσαν θα ξαναέβγαινε. Όμως ήταν θυμωμένα μαζί του και τον τιμώρησαν με αιώνια φλεγώμενα δεσμά. Ο Λύκος του Δάσους όμως πλησίασε με αργά τρεμώμενα βήματα την Κυρά κι έπεσε στην αγκαλιά της. Η Κυρά δάκρυσε και τον αγκάλιασε... Γέμισε με το αίμα του το Αθάνατο... Μόνο που τώρα πια ο Λύκος δεν μπορούσε να γιατρευτεί και ένιωθε το σώμα του βαρύ να τον αφήνει... Οι Σκιές από το Δάσος έφυγαν και η ομίχλη χάθηκε. Ολόγυρα από τον Λύκο μαζεύτηκαν όλα τα Στοιχειά του Δάσους και οι Χρυσοί Αετοί πετούσαν από πάνω του... Οι λύκοι που δημιούργησε αλυχτούσαν με πόνο μέσα στο σκοτάδι από τους μακρινούς τόπους όπου είχε ταξιδέψει... Το Φεγγάρι δεν πήρε από πάνω του το Λυκόφως σα να τον κρατούσε στην αγκαλιά του όπως τότε που γεννιώταν. Η Κυρά τον έσφυξε στην αγκαλιά της και του ψυθίρησε στο αφτί πως ο Θάνατος δεν είναι το Τέλος. Πως η ψυχή του θα ταξιδέψει σε μια χώρα, έναν Κόσμο πέρα από το Τέλος της Δύσης κι εκεί θα βρεί όλα όσα επιθυμούσε ή έχασε. Και έπλεξε ένα τραγούδι αποχαιρετισμού και αντάμωσης για τον αγαπημένο της Λύκο. Κοιτώντας την στα μάτια η ψυχή του έφυγε και υψώθηκε στον Ουρανό. Οι Χρυσοί Αετοί τον συνόδεψαν μέχρι τα όρια της Δύσης κι εκεί τον άφησαν να συνεχίσει το ταξίδι του. Ώσπου βρήκε τον Κόσμο πέρα από την Δύση και μαζί όλες τις επιθυμίες που είχε ή έχασε.

Η Ιστορία που φέρνει μαζί του ο Άνεμος από εκείνο τον μακρινό Κόσμο της Δύσης, λέει πως ο Λύκος βρήκε και πάλι τα φτερά του και πετούσε χαρούμενα πάνω από τις χιονισμένες βουνοκορφές. Βρήκε φυλές που είχε δει κάποτε και τις είχε θαυμάσει και ήταν η φυλή της Κυράς του. Γνώρισε Ανθρώπους έτσι όπως θα ήθελε να τους βλέπει να ζουν, γεμάτους σοφία και καλοσύνη. Βρήκε ξανά την χαμένη του αγάπη και ζούσε μαζί της χωρίς τον φόβο του δεύτερου θανάτου. Μα μέσα σε όλο τον κόσμο εκεί, βρήκε και το κορίτσι που είχε σώσει από την λύσσαλαία πείνα των αγριμιών. Αργότερα ήρθε και η Κυρά με τους Αετούς και η ζωή του πλέον έγινε η πηγή των πιο όμορφων Ονείρων που έσπερναν την Ελπίδα στις πιο ανυπότακτες ψυχές. Έζησε εκεί την ελευθερία του μακριά από κάθε πόνο και θλίψη... Γνωρίζοντας όμως πως μια μέρα... θα επιστρέψει για να αντιμετωπίσει την Σκιά πίσω στον κόσμο που γεννήθηκε κι αγάπησε... Και είναι τότε που θα σημάνει το τέλος της Αβύσσου και του Εφιάλτη που παγιδεύει αθώες ψυχές...




http://like-wolves-life.pblogs.gr/2007/09/113307.html

Ο Μικρός Ήρωας

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας Μικρός ήρωας που δημιουργούσε σενάρια και ιστορίες φανταστικές με πρωταγωνιστή πάντα τον ίδιο. Σε κάθε παράσταση δήλωναν κι άλλοι συμμετοχή. Έκρινε ο Μικρός και μοίραζε τους ρόλους ανάλογα.
Όχι όπως-όπως όμως, οργανωμένα. Με κανόνες. Δίκαια πράγματα δηλαδή.

Σε πόσες τέτοιες ιστορίες όμως τον πλήγωσαν; Πόσοι από τους "άλλους" καταστρατήγησαν τους κανόνες και του αφαίρεσαν τον έλεγχο; Θύμωσε ο Μικρός. Κάποιος εκμεταλλεύτηκε το θυμό του και του μίλησε για ένα χάπι. Με αυτό του είπε θα δείχνεις ατρόμητος. Θα μοιάζεις με ήρωα. Τίποτα και κανείς πια δεν θα μπορέσει να σε πληγώσει. Το χάπι αυτό το έλεγαν "ΕΓΩ ".

"Χίλιες φορές έτσι", μονολογούσε. "Καλύτερα να μη πάρω κανένα ρίσκο".
Μπορώ άνετα να παίζω όποιο ρόλο εγώ επιλέξω κάθε φορά. Του καλού, του κακού, του ευαίσθητου, του σκληρού, ακόμα και του ευτυχισμένου. Ποιος άλλωστε θα καταλάβει τη διαφορά; Εδώ εγώ ο ίδιος και σπάνια πια την καταλαβαίνω. Ποια είναι η αλήθεια; Ποια η αλήθεια μου; Τι σημασία έχει. Η εικόνα μου μόνο να μη τσαλακωθεί. Αυτό έχει σημασία".

Ύστερα από αυτές τις σκέψεις πήρε την απόφαση ότι αυτό το χάπι ήταν και η μόνη του λύση. Άρχισε λοιπόν να παίρνει ένα χάπι κάθε πρωί. Όταν τα πράγματα δυσκόλευαν, αύξανε τη δόση και τίποτα πια δεν έδειχνε να τον ταράζει.

Η ζωή όμως έστήνε καλύτερα σενάρια από τα δικά του. Κι όσο κι αν πίστευε ότι όλα είναι υπό έλεγχο, κάποια, κάτι, εμφανίστηκε και τα αναστάτωσε όλα.

"Τυχαία!!!" Άρχισε να παίρνει αγάπη και δεν καταλάβαινε το γιατί. Αφού δεν τη ζήτησε. Αφού δεν την χρειάζεται. Αφού ήταν πια πλήρης. Ασφαλής. Ποια αράχνη στήνει πάλι τον ιστό της; Τι παγίδα κι αυτή;

Μα φυσικά! Πως και δεν το είχε καταλάβει τόσο καιρό; Να! Μια ταραντούλα. Εκεί στην άκρη. Τι να ετοιμάζει;

Άρχισε να την παρακολουθεί. Κατασκεύαζε κάτι με τόση υπομονή, που θα τη ζήλευαν ακόμα και οι πιο άξιοι τεχνίτες αυτής της χώρας. Έπιανε το ΕΓΩ στον ιστό της και το μεταμόρφωνε σε ΕΣΥ.

Τι παράξενο! Απόρησε ο Μικρός. Αναστατώθηκε. "Γιατί το κάνει αυτό"; "Τι θα κερδίσει"; "Κι εγώ τώρα τι θα κάνω"; Φώναξε.
"Μη φοβάσαι" του απάντησε η ταραντούλα.
"Κοίτα τον καθρέφτη". Βλέπεις; Σ΄ αγαπάει. "Για πάντα". Θυμάσαι; Μη χάνεσαι.

Τρίτη 9 Ιουνίου 2009

Η Γραμμή κι ο Κύκλος

Πανω σε μια αγραφη πλακα σκαλισα μια γραμμη και ενα κυκλο ...

Τη ζητησα καιρο πριν τη γραμμη αυτη!

...και η γραμμη φωναξε οτι ψαχνει για ενα κυκλο...

εβαλα τη γραμμη πανω απο το κυκλο και εκεινος αναδυθηκε σαν αχινος ...

...ναι ενας κυκλος γεματος αγκαθια

η γραμμη εγινε θαλασσα και εκεινος περασε απο μεσα της και μεσα στο βαπτισμα της ολα τ' αγκαθια εσβησαν ...

η γραμμη αντιστοιχα , μολις μπηκε μεσα του εγινε χαμογελο...
χαμογελο παιδιου...

την αγγαλιασε,
την προστατεψε,
της εδωσε οριζοντες να βλεπει,
................ περα απο τη γραμμη που ηξερε...

καθε βραδυ της ελεγε παραμυθια και εκεινη παντα τον ρωτουσε ...

-Πες μου γιατι? γιατι το κανεις...πες μου

-...μα γιατι... θελω να σε βλεπω ευτυχισμενη

... και τοτε...

τα ματια της, γινονταν μικρα σα δυο γραμμες κρυμενες πισω απο ενα χαμογελο...

-σ αγαπω του ειπε ... κατι μαγικο υπαρχει για μενα και εσυ ανοητε δεν το βλεπεις...

μα εκεινος ηξερε οτι απλα αυτο δεν φτανει...

την ειδε πανω σε μια γραμμη ξεραμενου καφε πανω σ ενα αδειο ποτυρι την πρωτη μερα που τη γνωρισε

την ακουσε πανω σε μια κουβεντα χωρις τελος ... σε μια γραμμη τηλεφωνου...

την περπατησε στις γραμμες του δρομου που επαιρνε λιγο πριν το ξημερωμα οταν εφευγε μακρια της...

την ξαπλωσε πανω σε γραμμες τσαλακωμενων σεντονιων...

οσο και αν το ηξερε δεν μπορεσε να κρατησει τις αποστασεις και καποια βραδεια, ενα χαδι της , τον ακουμπουσε τρυφερα επικινδυνα... καθε φορα...

... που ακουγε την ανασα της στο στηθος του.

της εδειξε αστερια κυκλους μακρινους ,
μα εκεινη εβλεπε μονο αποστασεις που δεν ταξιδεψε.
την ειχε αφουγκραστει να φευγει απο τοτε...

... εκεινη του ειχε πει απο την αρχη, οτι το μονο που ηξερε ηταν να χωριζει ,
... να φευγει...
εκεινος παντα χαμογελουσε ...

με ηρεμη φωνη της ελεγε οτι οσους κυκλους και αν κανει... παντα εκεινον θα βλεπε...

το ηξερε καλα ...γιατι και αυτος καποτε ηταν γραμμη...

με τα παραμυθια η γραμμη μεγαλωσε

απλωσε την αρχη και το τελος της... σα φτερα...

Τα παραμυθια επαψαν ...
δεν την αγγιζαν ... ακομη και αν ειχαν γινει τοσο αληθινα ...
Ζωη σαν παραμυθι του λεγε συχνα με κινισμο...

και αυταρεσκα τον εκανε ενα τοσοδουλι κυκλο μικρο σα σημειο. Ποτε δεν καταλαβε γιατι...

η γραμμη εγινε λεπτη σα λεπιδα περασε απο μεσα του...
ποτε δεν την κραταγε ετσι κι αλλιως ...

μονο το χερι σηκωσε φευγοντας
... και της ειπε...
-Το ξερα οτι δεν θ αντεξεις. Μεταξυ μας δεν χωραει αντιο... ματια μου... να προσεχεις.

Ο κυκλος εγινε αυγο σπασμενο
... και εκεινη ηταν πια μια σειρα απο χναρια που αφηναν μια γραμμη πισω τους...

σα παιδικο μπαλονι εφυγε μακρυα της ...

εκεινη εγινε μακρυα, ατελειωτη, και παντα μεσα της ειχε τα λογια της τελευταιας στιγμης ...

-οταν θα βρεις τα χναρια σου, τοτε θα με βρεις, μεσα σε μνημες μου, και σε παραμυθια ξενα...

ποτε δεν καταλαβε τι της ειπε...

μεχρι που πανω σε ενα μαυροπινακα βρηκε χναρια ασπρα ...
ηταν απο τοτε που πατησε
σκονη κιμωλιας...

.....και τοτε αγαπησε τον εαυτο της και εγινε οριζοντας...

και ο κυκλος εγινε ηλιος και ο μαυροπινακας γεμισε χρωματα...σα παραμυθι...

και τοτε μονο ... ακουσε την ψυχη του και την ψυχη της
ηταν ολοκληρη πια ενας ομορφος κυκλος ενας οριζοντας ...
ενας κυκλος χωρις αρχη και τελος...
ομως αδεια...

και τοτε καταλαβε...
... γιατι την ειχε αναγκη ...
..........γιατι ηθελε να την κανει ευτυχισμενη...
Γιατι... κυκλος αδειος απο γραμμη χαμογελο

... ειναι τρυπα, αδειος , κενος...

ειναι ζωη χωρις παραμυθι...

ειναι τιποτα ματια μου...
χωρις αρχη και τελος δεν υπαρχεις.

και ετσι παντα, ολες τις στιγμες τις μερας ειναι τοσο κοντα ...

...και καθε βραδυ σβηνει ο ενας μεσα στον αλλο....

και καθε πρωι αναδυεται ο ενας μεσα απ τον αλλο...

τοσο κοντα

δυο κυκλοι ιδιοι...σα βερες ομοιοι...
δυο κυκλοι που τσουλανε σαν παιδικο παιχνιδι πανω στις γραμμες τις ζωης

Δυο σταγονες που τρεχουν μαζι στο ιδιο παραθυρο ζωης...


Το πρωτοείπε η tabula_rasa...

Ο γέρος

Ήταν, λέει, κάποτε ένας γεράκος ο οποίος ζούσε ολομόναχος, αποκομμένος από τους ανθρώπους, σε μια ταπεινή καλύβα δίπλα στη θάλασσα. Ήταν μόνος γιατί όλοι τον περιφρονούσαν.
Μόνο ένα μικρό αγοράκι του κρατούσε συντροφιά που και που.
Κάποια μέρα, ξέσπασε τέτοια τρομερή καταιγίδα που η καλύβα του γεράκου μας μετά βίας άντεξε να μην διαλυθεί τελείως.
Το μικρό αγόρι ήθελε να πάει στην παραλία να δει αν ο γεράκος ήταν καλά, αλλά οι γονείς του, περιφρονώντας το γέρο, δεν το άφησαν.
Όταν κάποια στιγμή κόπασε η καταιγίδα, κατευθύνθηκε προς την παραλία. Είδε από μακριά το γέρο να κάθεται κάτω κ να κάνει συνεχώς την ίδια κίνηση. Ξανά κ ξανά. Δεν κατάλαβε. Πλησίασε. Ο γεράκος συνέχιζε. Ξανά κ ξανά.
Τον ρώτησε, δεν του απάντησε.
Ο γεράκος κάθονταν στην άμμο κ πετούσε μέσα στη θάλασσα
έναν έναν τους αμέτρητους αστερίες που είχε ξεβράσει το κύμα,
την ώρα της καταιγίδας.
Το αγοράκι συνέχιζε να μην
καταλαβαίνει γιατί το έκανε αυτό. Οι αστερίες ήταν ήδη νεκροί...
Εκνευρισμένο,
ρώτησε ξανά
το γεράκο. Τότε μόνο αυτός γύρισε, κοίταξε το παιδί κ του απάντησε...
Ακόμη κι αν υπάρχει ένας κ μόνο αστερίας ζωντανός ανάμεσα στους αμέτρητους νεκρούς, θα κάνω το ίδιο μέχρι να σωθεί αυτός ο ένας...

http://pixie-code.blogspot.com/2007/08/blog-post_23.html

Για σένα που ξέρω ότι αγαπάς τα παραμύθια μωράκι μου...

Σάββατο 6 Ιουνίου 2009

Τα μαγικά σεντούκια

της Χριστίνας Καπράλου

Η τρικυμία κόπασε… η θάλασσα γαλήνεψε… το τοπίο άλλαξε χρώματα… Εκεί πάνω στα δυσπρόσιτα βράχια δυο σκοτεινά αντικείμενα έστεκαν ακίνητα. Τα ξέβρασε η θάλασσα… τα κύματά της τα ταξίδεψαν μίλια ολόκληρα και τώρα τα παράτησαν εδώ έρημα και μόνα. Δυο σεντούκια, ένα μεγάλο και ένα μικρότερο. Δυο σεντούκια που ταξίδεψαν στον χρόνο και στα κύματα. Δυο σεντούκια που πέρασαν από το σημείο που ο ουρανός αγγίζει την θάλασσα, εκεί που η ψυχή συναντάει το πνεύμα, εκεί που η σάρκα συναντάει την ψυχή.

Το μεγάλο σεντούκι βαρύ και δυσκίνητο είχε πλάι στην σκουριασμένη κλειδαριά του δυο πράσινα πετράδια. Δυο φωτεινά ζαφείρια που κοίταζαν τον κόσμο λυπημένα. Το μικρό σεντούκι που λικνίζονταν με χάρη και νάζι πάνω στα βράχια είχε πλάι στην σκουριασμένη κλειδαρίτσα του ένα κόκκινο φωτεινό ρουμπίνι… Ένα ζεστό φιλί για ότι έπιανε το μάτι του.

Το μεγάλο σεντούκι, ιδιοκτησία του βασιλιά της Αγαθοχώρας που πάνω στην τρέλα του όταν η χώρα του κυριεύτηκε από κακούς πειρατές, έβαλε μέσα στο σεντούκι αυτό ότι θεωρούσε πολύτιμο και το πέταξε στην θάλασσα. Αγαθά που θα χάνονταν στο πέρασμα του χρόνου με τους πειρατές να κουρσεύουν την χώρα του. Αγάπη και αξιοπρέπεια και περηφάνια και ειλικρίνεια και αυτοσεβασμό.

Το μικρό σεντούκι εκείνο το ναζιάρικο μικρό σεντούκι ιδιοκτησία της πριγκίπισσας της Χρωμοχώρας. Η δύσμοιρη τρελάθηκε όταν κατακτητές από τον βορρά με βέλη και δόρατα και περήφανα άλογα έκαναν επίθεση στο Βασίλειο της. Έκλεισε μέσα στο σεντούκι τα πολύτιμα της και πέταξε το σεντούκι από το παράθυρο του πύργου της κάτω στην αγριεμένη θάλασσα για να μείνουν οι θησαυροί της αμόλυντοι από τους κυριευτές. Κόκκινο και μπλε και κίτρινο και πράσινο και χρώματα από την παλέτα του ουρανού της γης και της θάλασσας, άρωμα από λουλούδια, φωνές πουλιών, γέλια ερωτευμένων, παιχνίδια παιδιών, ξενοιασιά και αγάπη και μουσικές και χορούς από νεράιδες και φως και μια ζεστή αγκαλιά.

Τα σεντούκια ταξίδεψαν στα βάθη των αιώνων σε θάλασσες μακρινές… Σε βυθούς μυστηριώδεις και τρομακτικούς… ώσπου… Σε εκείνη την μεγάλη τρικυμία συναντήθηκαν και ένα μεγάλο κύμα τα έφερε πλάι πλάι πάνω σε τούτα τα ξεχασμένα βράχια.

Τα πράσινα ζαφείρια του σεντούκου κοίταξαν με απορία το κόκκινο ρουμπίνι της σεντούκας. Η σεντούκα συνέχιζε το λίκνισμα της πάνω στα βράχια και έστελνε κόκκινα φιλιά με το φωτεινό της ρουμπίνι στον σεντούκο.

-Έλα πιο κοντά της είπε ο σεντούκος… Έλα πιο κοντά… θέλω να δω τα μυστικά σου…
-Έλα πιο κοντά είπε η σεντούκα… Έλα πιο κοντά θέλω να μάθω τις σοφίες σου.

Η ώρα πέρναγε… δυο πράσινα σμαράγδια και ένα κόκκινο ρουμπίνι λαμπύριζαν εκεί στα ξεχασμένα βράχια. Νύχτωσε… Ένα φεγγάρι κλέφτης τα κοίταζε από ψηλά… Ένα φεγγάρι κλέφτης που έστελνε την ασημένια του λάμψη στον σεντούκο και την σεντούκα. Και τότε μια αστραπή ήρθε να δώσει λύση στην αγωνία και στο μυστήριο. Μια αστραπή που χώρισε τον ουρανό στα δυό, που φώτισε τις σκοτεινές μάζες του σεντούκου και της σεντούκας και κατευθύνθηκε γραμμή πάνω στις κλειδαριές τους.

Η κλειδαριά του σεντούκου εκεί ανάμεσα στα δυο πράσινα ζαφείρια άνοιξε και άφησε μυστικά και αξίες αιώνων να φανούν… Αγάπη και αξιοπρέπεια και περηφάνια και ειλικρίνεια και αυτοσεβασμός. Ξεχύθηκαν από τα σωθικά του και με κατακτητική διάθεση απλώθηκαν πρώτα στα βράχια και αγκάλιασαν την σεντούκα.

Η κλειδαριά της σεντούκας εκεί πάνω από το κόκκινο ρουμπίνι το τρελό παθιάρικο φιλί της άνοιξε… Και… και… Κόκκινο και μπλε και κίτρινο και πράσινο και χρώματα από την παλέτα του ουρανού της γης και της θάλασσας, άρωμα από λουλούδια, φωνές πουλιών, γέλια ερωτευμένων, παιχνίδια παιδιών, ξενοιασιά και αγάπη και μουσικές και χορούς από νεράιδες και φως και μια ζεστή αγκαλιά, ήρθαν και μπλέχτηκαν με τους θησαυρούς του σεντουκιού.

-Χαρά μου του είπε…
-Φως μου της αποκρίθηκε…

Η αγάπη που είχαν κρυμμένη στα σωθικά τους θέριεψε και απλώθηκε πρώτα πάνω στα βράχια και μετά στις φωλιές των γλάρων και μετά στον βυθό και ύστερα στον ουρανό… Απλώθηκε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα…

Οι νεράιδες του βυθού πήραν τα αγαθά του σεντούκου… την Αγάπη και την αξιοπρέπεια και την περηφάνια και την ειλικρίνεια και τον αυτοσεβασμό και τα έκαναν τραγούδι. Και τα ξωτικά πήραν τους θησαυρούς της σεντούκας και τα σκόρπισαν σε μήκος και σε πλάτος σε ύψος και σε βάθος και γέμισε ο κόσμος χρώματα και λάμψεις και μουσικές και αρώματα και γέλια και παιχνίδια και χαρά… Εκείνο το βράδυ ήταν μια γιορτή… Μια μεγάλη γιορτή της αγάπης και της σοφίας.

-Σε περίμενα του είπε η σεντούκα…
-Δεν σε περίμενα της είπε ο σεντούκος… Μόνο ήλπιζα στον ερχομό σου…

Ξημέρωσε… η παραλία πλάι στα βράχια άρχισε να γεμίζει κόσμο… Το τοπίο αλλάζει μορφή… πετσέτες και ομπρέλες πολύχρωμες… Πλαστικά στρώματα, ταπεράκια με φαγητά, μάσκες και βατραχοπέδιλα, μαμάδες και παιδιά, έννοιες και βάσανα, γέλια και κλάματα. Ο σεντούκος και η σεντούκα σφιχταγγαλισμένοι στην σπηλιά των βράχων έστεκαν σιωπηλοί και γεμάτοι αγάπη.

-Σε βρήκα της είπε… και να μην σε έχω κοντά δεν με νοιάζει. Μου αρκεί που ξέρω πως υπάρχεις… Μου αρκεί που είδα τους θησαυρούς σου.
-Σε βρήκα του είπε… και είναι σαν να ζω μαζί σου και ας σε πάρει το κύμα που σε έφερε κοντά μου. Μου αρκεί που έμαθα τις σοφίες σου… Μου αρκεί που ξέρω πως υπάρχεις.

Ο σεντούκος και η σεντούκα είναι εκεί στο βάθος αυτής της θαλασσινής σπηλιάς… Μην ψάξετε να τους βρείτε… Νοιώστε μόνο τους θησαυρούς τους και αυτό φτάνει… Γεμίστε την ζωή σας με τις αξίες τους, τα χρώματα, τους ήχους, τις μυρωδιές και τα συναισθήματά τους. Και τότε η ζωή σας θα είναι πιο όμορφη θα λάμπει σαν τα πράσινα σμαράγδια του σεντούκου και σαν το κόκκινο ρουμπίνι της σεντούκας.

Εκεί που ο ουρανός αγγίζει την θάλασσα εκεί που η ψυχή ανταμώνει την σάρκα…

http://www.matia.gr/5/53/53_2_3.html



Για σένα που θα ξυπνήσεις το πρωί και θα μου χαμογελάσεις καθώς θα με δεις πάλι δίπλα σου... Καλημέρα ζωή μου, καλημέρα χαρά μου, καλημέρα ελπίδα μου...