Καποτε ηταν ο καθενας ενα πορτοκαλι. Ενα πορτοκαλι ζουμερο, φωτεινι, ολοκληρωμενο, γεματο εμπειριες, αγαπη, ερωτα. Απλα γεματο. Επρεπε για συμπαντικους λογους να κοπει στα δυο. Κοπηκε.
Απο τοτε ο καθενας μας ειναι μισο πορτοκαλακι. Λιγο στεγνο, χωρις πολους χυμους, μιση αγαπη, μισος ερωτας. Ολα μισα.
Και ετσι ξεκινησε η διαδικασια του ψαξιματος. Να βρουμε το αλλο μισο πορτοκαλακι μας, που θα μας γεμισει. Θα μας ολοκληρωσει. Θα μας ξεχειλισει απο αγαπη, απο ερωτα.
Κανουμε πολλες προσπαθειες. Δοκιμαζουμε πολλα πορτοκαλακια, μηπως και βρουμε το δικο μας. Το αλλο μας μισο. Αλλο ειναι μεγαλυτερο και μας κλεινει σε αδιεξοδα, αλλο ειναι μικροτερο και μας δινει λιγοτερα απο οσα μας λειπουν, αλλο πιο φωτεινο και μας τυφλωνει, αλλο πιο σκοτεινο και μας γυριζει στο σκοταδι. Αλλο ....αλλο... αλλο...
Δεν φταινε αυτα για οσα δεν μας προσφερουν. Τοσα μπορουν και τοσα δινουν. Εξαλλου και αυτα ψαχνουν το δικο τους μισο.
Οταν ομως το βρουμε, θα το καταλαβουμε αμεσως. Θα παρουμε πισω την χαμενοι λαμψη μας και τα δυο μισα. Θα γινουμε ενα. Ενα ζουμερο, γεματο αγαπη, τρυφεροτητα, υπεροχο πορτοκαλί, πορτοκαλι! Καλη μας τυχη!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΑΠΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΑΠΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009
Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009
Ο ΚΕΝΟΣ ΤΟΙΧΟΣ
Δύο άντρες πολύ σοβαρά άρρωστοι, ήταν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Στον έναν επιτρέπονταν να μένει καθιστός μία ώρα το απόγευμα γιατί τον βοηθούσε να φύγουν τα υγρά από τους πνεύμονες.
Το κρεβάτι του βρισκότανε ακριβώς δίπλα στο παράθυρο του δωματίου. Ο άλλος άντρας έπρεπε να βρίσκεται συνέχεια ξαπλωμένος σε ακινησία και ένας μεσότοιχος που βρισκόταν μεταξύ των κρεβατιών δεν του επέτρεπε να κοιτάει έξω από το παράθυρο.
Οι άντρες κατέληξαν να μιλάν ατελείωτα. Μιλούσαν για τις συζύγους τους, τις οικογένειες τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, την θητεία τους στον στρατό, ακόμα και για το που είχαν πάει διακοπές. Κάθε απόγευμα ο άντρας που του επιτρεπόταν να μένει καθιστός περιέγραφε στον συγκάτοικο του όλα όσα έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου.
Ο άντρας που βρισκόταν σε αναγκαστική ακινησία άρχιζε να καταλαβαίνει πως ζει γι’ αυτές τις μοναδικές απογευματινές ώρες που η άποψη του μεγάλωνε και ζωντάνευε από όλη την δραστηριότητα και τα χρώματα του έξω κόσμου.
Το παράθυρο έβλεπε σε ένα πάρκο με μια θαυμάσια λίμνη. Πάπιες και κύκνοι κολυμπούσαν εκεί, και τα παιδιά έπαιζαν με μικρά μοντέλα σκαφών στο νερό. Νεαρά ζευγάρια περπατούσαν πιασμένα χέρι-χέρι μέσα στα υπέροχα λουλούδια που είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Τεράστια παλιά δέντρα στέκονταν με χάρη επάνω στο έδαφος και μια υπέροχη θέα του ουρανοξύστη της πόλης φαινόταν από μακριά.
Καθώς ο άντρας δίπλα στο παράθυρο εξηγούσε όλες αυτές τις όμορφες λεπτομέρειες, ο άντρας στο διπλανό κρεβάτι φαντάζονταν όλα αυτά που άκουγε. Ένα απόγευμα ο άντρας που ήταν δίπλα στο παράθυρο, περιέγραφε μια παρέλαση που περνούσε. Παρόλο που ο άντρας στο δίπλα κρεβάτι δεν μπορούσε να ακούσει τον ήχο της μπάντας, μπορούσε και μόνο με τα μάτια του μυαλού του να δει τους κλόουν που χόρευαν, τα πολύχρωμα άρματα και τα όμορφα διακοσμημένα αυτοκίνητα και άλογα.
Οι μέρες πέρασαν. Ο άντρας που δεν μπορούσε να δει από το παράθυρο άρχισε να επιτρέπει σπόρους έχθρας να αναπτύσσονται μέσα του. Όσο και να εκτιμούσε τις περιγραφές του συγκατοίκου του, εύχονταν μέσα του να ήταν αυτός ο οποίος θα μπορούσε να δει την θέα από το παράθυρο. Άρχισε να αποστρέφεται στον συγκάτοικο του και στο τέλος ο πόθος του να είναι δίπλα στο παράθυρο τον έφερε σε απόγνωση.
Ένα πρωινό σε μια επίσκεψη της νοσοκόμας στο δωμάτιο βρήκε τον άντρα δίπλα στο παράθυρο νεκρό. Είχε πεθάνει ειρηνικά μέσα στον ύπνο του. Λυπημένα κάλεσε τους νοσοκόμους και απομάκρυνε το πτώμα του.
Μετά από ένα χρονικό διάστημα για να μην θεωρηθεί και απρέπεια ο άντρας ζήτησε να μετακινηθεί στο κρεβάτι που βρίσκονταν δίπλα στο παράθυρο. Εκείνη με πολύ προθυμία τον μετακίνησε και φρόντισε να είναι άνετος. Σιγά-σιγά στηρίχθηκε με πόνο στον αγκώνα του να σηκωθεί να ρίξει μια ματιά στον έξω κόσμο. Επιτέλους θα μπορούσε να δει τον έξω κόσμο και όλες τις δραστηριότητες του.
Αυτό που είδε ήταν ένας κενός τοίχος !
Κάλεσε την νοσοκόμα και την ρώτησε: πως μπορούσε ο συγκάτοικος μου να βλέπει όλα αυτά που μου περιέγραψε; Πως μπορούσε να μου μιλάει για τόσο ομορφιά και με τόσες λεπτομέρειες, όταν αυτό που φαίνεται από αυτό εδώ το παράθυρο είναι ένας παλιός και βρώμικος τοίχος;
Και η νοσοκόμα του απάντησε : Ω θεέ μου........δεν το ξέρατε πως ο πρώην συγκάτοικος σας ήταν τυφλός; Δεν μπορούσε να δει καν τον τοίχο, ίσως ήθελε να σας ενθαρρύνει.
Αν ζείτε μια ζωή βασανίζοντας τον εαυτό σας για το τι έχουν οι άλλοι ,πιθανότατα να χάσετε την χαρά του να γίνετε αποδέκτες σε αυτά που οι άλλοι θέλουν να σας δώσουν.
Το κρεβάτι του βρισκότανε ακριβώς δίπλα στο παράθυρο του δωματίου. Ο άλλος άντρας έπρεπε να βρίσκεται συνέχεια ξαπλωμένος σε ακινησία και ένας μεσότοιχος που βρισκόταν μεταξύ των κρεβατιών δεν του επέτρεπε να κοιτάει έξω από το παράθυρο.
Οι άντρες κατέληξαν να μιλάν ατελείωτα. Μιλούσαν για τις συζύγους τους, τις οικογένειες τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, την θητεία τους στον στρατό, ακόμα και για το που είχαν πάει διακοπές. Κάθε απόγευμα ο άντρας που του επιτρεπόταν να μένει καθιστός περιέγραφε στον συγκάτοικο του όλα όσα έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου.
Ο άντρας που βρισκόταν σε αναγκαστική ακινησία άρχιζε να καταλαβαίνει πως ζει γι’ αυτές τις μοναδικές απογευματινές ώρες που η άποψη του μεγάλωνε και ζωντάνευε από όλη την δραστηριότητα και τα χρώματα του έξω κόσμου.
Το παράθυρο έβλεπε σε ένα πάρκο με μια θαυμάσια λίμνη. Πάπιες και κύκνοι κολυμπούσαν εκεί, και τα παιδιά έπαιζαν με μικρά μοντέλα σκαφών στο νερό. Νεαρά ζευγάρια περπατούσαν πιασμένα χέρι-χέρι μέσα στα υπέροχα λουλούδια που είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Τεράστια παλιά δέντρα στέκονταν με χάρη επάνω στο έδαφος και μια υπέροχη θέα του ουρανοξύστη της πόλης φαινόταν από μακριά.
Καθώς ο άντρας δίπλα στο παράθυρο εξηγούσε όλες αυτές τις όμορφες λεπτομέρειες, ο άντρας στο διπλανό κρεβάτι φαντάζονταν όλα αυτά που άκουγε. Ένα απόγευμα ο άντρας που ήταν δίπλα στο παράθυρο, περιέγραφε μια παρέλαση που περνούσε. Παρόλο που ο άντρας στο δίπλα κρεβάτι δεν μπορούσε να ακούσει τον ήχο της μπάντας, μπορούσε και μόνο με τα μάτια του μυαλού του να δει τους κλόουν που χόρευαν, τα πολύχρωμα άρματα και τα όμορφα διακοσμημένα αυτοκίνητα και άλογα.
Οι μέρες πέρασαν. Ο άντρας που δεν μπορούσε να δει από το παράθυρο άρχισε να επιτρέπει σπόρους έχθρας να αναπτύσσονται μέσα του. Όσο και να εκτιμούσε τις περιγραφές του συγκατοίκου του, εύχονταν μέσα του να ήταν αυτός ο οποίος θα μπορούσε να δει την θέα από το παράθυρο. Άρχισε να αποστρέφεται στον συγκάτοικο του και στο τέλος ο πόθος του να είναι δίπλα στο παράθυρο τον έφερε σε απόγνωση.
Ένα πρωινό σε μια επίσκεψη της νοσοκόμας στο δωμάτιο βρήκε τον άντρα δίπλα στο παράθυρο νεκρό. Είχε πεθάνει ειρηνικά μέσα στον ύπνο του. Λυπημένα κάλεσε τους νοσοκόμους και απομάκρυνε το πτώμα του.
Μετά από ένα χρονικό διάστημα για να μην θεωρηθεί και απρέπεια ο άντρας ζήτησε να μετακινηθεί στο κρεβάτι που βρίσκονταν δίπλα στο παράθυρο. Εκείνη με πολύ προθυμία τον μετακίνησε και φρόντισε να είναι άνετος. Σιγά-σιγά στηρίχθηκε με πόνο στον αγκώνα του να σηκωθεί να ρίξει μια ματιά στον έξω κόσμο. Επιτέλους θα μπορούσε να δει τον έξω κόσμο και όλες τις δραστηριότητες του.
Αυτό που είδε ήταν ένας κενός τοίχος !
Κάλεσε την νοσοκόμα και την ρώτησε: πως μπορούσε ο συγκάτοικος μου να βλέπει όλα αυτά που μου περιέγραψε; Πως μπορούσε να μου μιλάει για τόσο ομορφιά και με τόσες λεπτομέρειες, όταν αυτό που φαίνεται από αυτό εδώ το παράθυρο είναι ένας παλιός και βρώμικος τοίχος;
Και η νοσοκόμα του απάντησε : Ω θεέ μου........δεν το ξέρατε πως ο πρώην συγκάτοικος σας ήταν τυφλός; Δεν μπορούσε να δει καν τον τοίχο, ίσως ήθελε να σας ενθαρρύνει.
Αν ζείτε μια ζωή βασανίζοντας τον εαυτό σας για το τι έχουν οι άλλοι ,πιθανότατα να χάσετε την χαρά του να γίνετε αποδέκτες σε αυτά που οι άλλοι θέλουν να σας δώσουν.
Δευτέρα 29 Ιουνίου 2009
Τα τέσσερα κεριά...
Τέσσερα κεριά έκαιγαν απαλά φωτίζοντας το σκοτεινό δωμάτιο. Η νύχτα ήταν τόσο ήσυχη που μπορούσες να τα ακούς να σιγοψιθυρίζουν…
“Είμαι η Ειρήνη, όμως κανένας δε φροντίζει να διατηρεί τη φλόγα μου, μάλλον θα πρέπει να αποχωρήσω”, ακούστηκε να ψιθυρίζει το πρώτο κερί και αργόσβησε.
“Είμαι η Πίστη, μα κανένας δε φαίνεται να με χρειάζεται πλέον, οπότε δεν υπάρχει νόημα να παραμένω αναμμένη”, είπε το δεύτερο κερί την ώρα που ένα απαλό αεράκι έσβηνε τη φλόγα του.
“Είμαι η Αγάπη, δεν έχω την αντοχή να διατηρήσω τη φλόγα μου. Οι άνθρωποι δε μου δίνουν σημασία και δεν κατανοούν την αξία μου. Έχουν πάψει να αγαπάνε ακόμα και τα πιο κοντινά τους άτομα.” ψιθύρισε το τρίτο κερί και έσβησε.
Ένα μικρό κοριτσάκι άνοιξε ξαφνικά την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο. Κοίταξε τα σβησμένα κεριά και με βουρκωμένα μάτια τους είπε: “Γιατί δεν είστε αναμμένα; Θα έπρεπε να είστε αναμμένα μέχρι το τέλος”
Τότε μοναχά μίλησε το τέταρτο κερί. “Μη κλαις, της είπε. Όσο υπάρχω εγώ και διατηρώ τη φλόγα μου, μπορούμε να ανάψουμε και πάλι τα σβησμένα κεριά. Το όνομα μου είναι Ελπίδα…”
“Είμαι η Ειρήνη, όμως κανένας δε φροντίζει να διατηρεί τη φλόγα μου, μάλλον θα πρέπει να αποχωρήσω”, ακούστηκε να ψιθυρίζει το πρώτο κερί και αργόσβησε.
“Είμαι η Πίστη, μα κανένας δε φαίνεται να με χρειάζεται πλέον, οπότε δεν υπάρχει νόημα να παραμένω αναμμένη”, είπε το δεύτερο κερί την ώρα που ένα απαλό αεράκι έσβηνε τη φλόγα του.
“Είμαι η Αγάπη, δεν έχω την αντοχή να διατηρήσω τη φλόγα μου. Οι άνθρωποι δε μου δίνουν σημασία και δεν κατανοούν την αξία μου. Έχουν πάψει να αγαπάνε ακόμα και τα πιο κοντινά τους άτομα.” ψιθύρισε το τρίτο κερί και έσβησε.
Ένα μικρό κοριτσάκι άνοιξε ξαφνικά την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο. Κοίταξε τα σβησμένα κεριά και με βουρκωμένα μάτια τους είπε: “Γιατί δεν είστε αναμμένα; Θα έπρεπε να είστε αναμμένα μέχρι το τέλος”
Τότε μοναχά μίλησε το τέταρτο κερί. “Μη κλαις, της είπε. Όσο υπάρχω εγώ και διατηρώ τη φλόγα μου, μπορούμε να ανάψουμε και πάλι τα σβησμένα κεριά. Το όνομα μου είναι Ελπίδα…”
Το νόημα της ζωής
Μια φορά και ένα καιρό, τρία αδέρφια αποφάσισαν να μάθουν το νόημα της ζωής. Ρώτησαν τον ιερέα και τον δάσκαλο του χωριού που ζούσαν αλλά δεν ξέραν να τους απαντήσουν. Φύγαν από το χωριό και πηγαίναν σε όλο και μεγαλύτερες πόλεις αλλά πουθενά κανείς δεν ήξερε το νόημα της ζωής.
Μια μέρα συναντάνε έναν ταξιδιώτη και του λένε την επιθυμία τους. Αυτός απαντάει:
“Το νόημα της ζωής το ξέρει ένας σοφός που κατοικεί στην κορυφή ενός βουνού στην άκρη του κόσμου.”
Χωρίς να χάσουν χρόνο τα τρία αδέρφια ξεκίνησαν να βρούνε το βουνό που τους είπε ο ταξιδιώτης. Μετά από ένα μακρινό ταξίδι βρήκαν μπροστά τους ένα σταυροδρόμι με τρεις δρόμους που όλοι οδηγούσαν στο βουνό. Τα τρία αδέρφια τότε αποφάσισαν να χωρίσουν και να πάρει ο καθένας ξεχωριστό μονοπάτι.
Ο μεγαλύτερος πήρε τον αριστερό δρόμο. Πέρασε μία έρημο, πέρασε ένα επικίνδυνο δάσος και έφτασε σε ένα χωριό. Οι χωριανοί που δεν βλέπανε πολλούς ξένους από τα μέρη τους τον καλωσόρισαν και του ζήτησαν να τους πει την ιστορία του. Αυτός τους είπε για το βουνό , τον σοφό και ότι έψαχνε το νόημα της ζωής. Μια κοπέλα άκουσε την ιστορία του και τον κάλεσε να ξαπλώσει στα γόνατα της για να ξεκουραστεί. Και ο μεγαλύτερος αδερφός μόλις ξάπλωσε, έκλεισε τα μάτια του και ξέχασε το βουνό, ξέχασε τα αδέρφια του, ξέχασε και το νόημα της ζωής.
Ο μεσαίος αδερφός, πήρε τον δρόμο που πήγαινε ευθεία. Πέρασε μία έρημο, πέρασε ένα επικίνδυνο δάσος, κολύμπησε μία τεράστια λίμνη και σκαρφάλωσε απόκρημνους βράχους. Μία μέρα καθώς περπατούσε βρήκε στον δρόμο του μία πηγή. Διψασμένος όπως ήταν, σκύβει να πιει λίγο νερό. Αλλά το νερό ήταν πολύ γλυκό και μόλις ήπιε την πρώτη γουλιά, ξέχασε το βουνό, ξέχασε τα αδέρφια του, ξέχασε και το νόημα της ζωής.
Ο μικρότερος αδερφός, πήρε τον δρόμο δεξιά. Πέρασε μία έρημο, πέρασε ένα επικίνδυνο δάσος, κολύμπησε μία τεράστια λίμνη, σκαρφάλωσε απόκρημνους βράχους, πολέμησε τέρατα και περπάτησε σε χιονοθύελλες και σε καύσωνες. Όσες κοπελιές και αν του ζητούσαν να ξεκουραστεί στα γόνατα τους αρνιόταν και κάθε φορά που έβρισκε μια πηγή έριχνε αλάτι στο νερό της για να γίνει αλμυρό. Και μετά από ένα μεγάλο ταξίδι και αφού είχαν μακρύνει τα γένια του και είχαν ασπρίσει τα μαλλιά του, βρίσκει το βουνό που κατοικούσε ο σοφός.
Με όλες του τις δυνάμεις σκαρφαλώνει στην κορυφή όπου και βλέπει τον σοφό να κάθεται και να τον περιμένει. Χωρίς να χάσει χρόνο τον ρωτάει:
“Σοφέ γέροντα έμαθα ότι ξέρεις το νόημα της ζωής. Έκανα μεγάλο ταξίδι για να σε συναντήσω. Σε παρακαλώ μοιράσου το μαζί μου.”
Ο σοφός μετά από μια μικρή παύση του απαντάει:
“Το νόημα της ζωής είναι ένα δέντρο στην μέση της ερήμου που δεν έχει ούτε ρίζες, ούτε κορμό ούτε κλαδιά…”
Ο νεαρός μετά από λίγη σκέψη, του λέει:
“Δηλαδή γέροντα αυτό που θες να μου πεις είναι ότι το νόημα της ζωής δεν υπάρχει πραγματικά, αλλά πρέπει εμείς να το ψάχνουμε για να παίρνουμε δύναμη και να τα καταφέρνουμε στις δυσκολίες της ζωής;”
Τότε ο σοφός αφού του έγνεψε χαμογελώντας, ο νέος ευχαριστημένος που επιτέλους έμαθε το νόημα της ζωής, ξεκίνησε για το ταξίδι της επιστροφής και για να μάθει την τύχη των αδερφών του.
Αφού έφυγε ο νέος, ο σοφός τραβάει κοντά του ένα μεγάλο βιβλίο και γράφει την απάντηση του νεαρού μαζί με τις άλλες που είχαν δώσει όλοι αυτοί που τον ρώτησαν για τον νόημα της ζωής.
Γιατί πραγματικά το νόημα της δεν υπάρχει πραγματικά, αλλά πρέπει εμείς να το ψάχνουμε για να παίρνουμε δύναμη και να τα καταφέρνουμε στις δυσκολίες της ζωής…
εγώ βρήκα εσένα... εσύ είσαι το νόημα της δικής μου ζωής...
Μια μέρα συναντάνε έναν ταξιδιώτη και του λένε την επιθυμία τους. Αυτός απαντάει:
“Το νόημα της ζωής το ξέρει ένας σοφός που κατοικεί στην κορυφή ενός βουνού στην άκρη του κόσμου.”
Χωρίς να χάσουν χρόνο τα τρία αδέρφια ξεκίνησαν να βρούνε το βουνό που τους είπε ο ταξιδιώτης. Μετά από ένα μακρινό ταξίδι βρήκαν μπροστά τους ένα σταυροδρόμι με τρεις δρόμους που όλοι οδηγούσαν στο βουνό. Τα τρία αδέρφια τότε αποφάσισαν να χωρίσουν και να πάρει ο καθένας ξεχωριστό μονοπάτι.
Ο μεγαλύτερος πήρε τον αριστερό δρόμο. Πέρασε μία έρημο, πέρασε ένα επικίνδυνο δάσος και έφτασε σε ένα χωριό. Οι χωριανοί που δεν βλέπανε πολλούς ξένους από τα μέρη τους τον καλωσόρισαν και του ζήτησαν να τους πει την ιστορία του. Αυτός τους είπε για το βουνό , τον σοφό και ότι έψαχνε το νόημα της ζωής. Μια κοπέλα άκουσε την ιστορία του και τον κάλεσε να ξαπλώσει στα γόνατα της για να ξεκουραστεί. Και ο μεγαλύτερος αδερφός μόλις ξάπλωσε, έκλεισε τα μάτια του και ξέχασε το βουνό, ξέχασε τα αδέρφια του, ξέχασε και το νόημα της ζωής.
Ο μεσαίος αδερφός, πήρε τον δρόμο που πήγαινε ευθεία. Πέρασε μία έρημο, πέρασε ένα επικίνδυνο δάσος, κολύμπησε μία τεράστια λίμνη και σκαρφάλωσε απόκρημνους βράχους. Μία μέρα καθώς περπατούσε βρήκε στον δρόμο του μία πηγή. Διψασμένος όπως ήταν, σκύβει να πιει λίγο νερό. Αλλά το νερό ήταν πολύ γλυκό και μόλις ήπιε την πρώτη γουλιά, ξέχασε το βουνό, ξέχασε τα αδέρφια του, ξέχασε και το νόημα της ζωής.
Ο μικρότερος αδερφός, πήρε τον δρόμο δεξιά. Πέρασε μία έρημο, πέρασε ένα επικίνδυνο δάσος, κολύμπησε μία τεράστια λίμνη, σκαρφάλωσε απόκρημνους βράχους, πολέμησε τέρατα και περπάτησε σε χιονοθύελλες και σε καύσωνες. Όσες κοπελιές και αν του ζητούσαν να ξεκουραστεί στα γόνατα τους αρνιόταν και κάθε φορά που έβρισκε μια πηγή έριχνε αλάτι στο νερό της για να γίνει αλμυρό. Και μετά από ένα μεγάλο ταξίδι και αφού είχαν μακρύνει τα γένια του και είχαν ασπρίσει τα μαλλιά του, βρίσκει το βουνό που κατοικούσε ο σοφός.
Με όλες του τις δυνάμεις σκαρφαλώνει στην κορυφή όπου και βλέπει τον σοφό να κάθεται και να τον περιμένει. Χωρίς να χάσει χρόνο τον ρωτάει:
“Σοφέ γέροντα έμαθα ότι ξέρεις το νόημα της ζωής. Έκανα μεγάλο ταξίδι για να σε συναντήσω. Σε παρακαλώ μοιράσου το μαζί μου.”
Ο σοφός μετά από μια μικρή παύση του απαντάει:
“Το νόημα της ζωής είναι ένα δέντρο στην μέση της ερήμου που δεν έχει ούτε ρίζες, ούτε κορμό ούτε κλαδιά…”
Ο νεαρός μετά από λίγη σκέψη, του λέει:
“Δηλαδή γέροντα αυτό που θες να μου πεις είναι ότι το νόημα της ζωής δεν υπάρχει πραγματικά, αλλά πρέπει εμείς να το ψάχνουμε για να παίρνουμε δύναμη και να τα καταφέρνουμε στις δυσκολίες της ζωής;”
Τότε ο σοφός αφού του έγνεψε χαμογελώντας, ο νέος ευχαριστημένος που επιτέλους έμαθε το νόημα της ζωής, ξεκίνησε για το ταξίδι της επιστροφής και για να μάθει την τύχη των αδερφών του.
Αφού έφυγε ο νέος, ο σοφός τραβάει κοντά του ένα μεγάλο βιβλίο και γράφει την απάντηση του νεαρού μαζί με τις άλλες που είχαν δώσει όλοι αυτοί που τον ρώτησαν για τον νόημα της ζωής.
Γιατί πραγματικά το νόημα της δεν υπάρχει πραγματικά, αλλά πρέπει εμείς να το ψάχνουμε για να παίρνουμε δύναμη και να τα καταφέρνουμε στις δυσκολίες της ζωής…
εγώ βρήκα εσένα... εσύ είσαι το νόημα της δικής μου ζωής...
Κυριακή 28 Ιουνίου 2009
Χωρίς τίτλο...
Σε χάνω... και δεν μπορώ μπροστά στον κόσμο να λυγίσω... ούτε την ώρα που περνά να σταματήσω... Σου στέλνω χωρίς λόγο, τρεις λέξεις... Σ' αγαπώ καρδιά μου... Χωρίς να θέλω να πετύχω κάτι... Χωρίς να περιμένω απάντηση... Απλά, γιατί θέλω να κάνω λίγο θόρυβο στην τόση σιωπή σου... ΜΑΘΕ ΝΑ ΛΥΓΙΖΕΙΣ... ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΣΠΑΣΕΙΣ ΠΟΤΕ!! Έχεις χαθεί σε μια σιωπή που μεγαλώνει τη μοναξιά μου. Δε σε θυμήθηκα απλά... δε σε ξέχασα. Θέλω να σε δω... αλλά όχι μόνο στα όνειρα μου...
πάλι από μια αγάπη που έσβησε (;) υπάρχει (;)...
πάλι από μια αγάπη που έσβησε (;) υπάρχει (;)...
Κυριακή 21 Ιουνίου 2009
Ο κλέφτης της αγάπης
Πλέοντας στις θάλασσες του νετ, βρήκα ένα ποίημα που θα μας ταξιδέψει σε ερωτικούς ωκεανούς. Ένα ατελείωτο ποίημα αγάπης, που θεώρησα ότι έπρεπε να το μεταφέρω και στη δική μας τη γειτονιά. Το έχει μεταφράσει ο Χ.Π. (έτσι υπογράφει).
Ο μύθος λοιπόν λέει πως ο Bilhana ερωτεύτηκε τη κόρη του βασιλιά Madanabhirama, πριγκήπισσα Yaminipurnatilaka κι είχαν μυστική ερωτική σχέση. Ανακαλύφθηκαν όμως κι ο ποιητής ρίχτηκε στη φυλακή. Περιμένοντας την απόφαση, έγραψε ερωτικό ποίημα πενήντα στροφών, μη ξέροντας αν θα στελνόταν εξορία ή στην αγχόνη. Είναι άγνωστο ποια μοίρα είχε. Εντούτοις, το εξαιρετικό ποίημά του, μεταφέρθηκε στόμα με στόμα, σ' ολόκληρη την Ινδία. Υπήρξαν διάφορες εκδοχές, συμπεριλαμβανομένων κι αυτών από τη Νότια Ινδία, πως είχε ευτυχές τέλος. Η ευτυχής είναι πως οι στίχοι του φέρανε τη λευτεριά του, όταν τους διάβασε δημόσια τη μέρα που 'ταν να θανατωθεί και παντρεύτηκε τη πριγκήπισσα της καρδιάς του...
Και τώρα ακόμα
η σκέψη μου βυθίζεται στο μέλι του κοριτσιού μου,
στις κορδέλες, στα μπουμπούκια
που ξημέρωναν χρυσάφι,
στη μεθυσμένη νύχτα των μαλλιών της,
στα κουρασμένα, από το μόχθο της αγάπης, βήματά της,
στη γαλήνη των βλεφάρων της:
κοιμάται ή ρεμβάζει.
Αρπάζεται ο νους μου
απ' την αλήθεια της απουσίας της
κι αρχίζει να δουλεύει
βαθιά μες στη ψυχή μου
την αποκάλυψή της.
Και τώρα ακόμα
βλέπω τα στήθη της μεστά
στου κόρφου της τη κιτρολεμονιά.
Το πρόσωπό της έναστρος επάνω ο ουρανός.
Πάω κοντά.
Πυρπολημένο το κορμί της,
πληγωμένο απ' της αγάπης τη πύρινη αιχμή.
Την άνθισή της σκέφτομαι
και θάβεται η καρδιά μου ζωντανή στο χιόνι.
Και τώρα ακόμα
να 'ρχόταν το κορίτσι μου
μ' αυτά τα μάτια σαν τ' ανθάκια του λωτού
απ' της αγάπης τα μαρτύρια τσακισμένη,
αμέσως θα της άνοιγα τη δίψα των χεριών μου
να πιει αυτή, να πιω κι εγώ
απ' των χειλιών της το κρασί:
εργατικός κουρσάρος της γλύκας,
σαν την μέλισσα, που δεν χρονοτριβεί
να κλέψει από το νούφαρο το μέλι.
Και τώρα ακόμα
τη θυμάμαι κουρασμένη απ' της αγάπης
τον μόχθο να βαδίζει αργά, απρόθυμα.
Ποτάμι τα μαλλιά στα κάτωχρά της μάγουλα.
Κι η ταραχή του φουστανιού της να ψελλίζει
πολύχρωμα, δαντελωτά, τι κέρδισε, τι έδωσε.
Η αύρα η μυρωμένη των χεριών της
σκορπίζει ανεμώνες στον λαιμό μου.
Και τώρα ακόμα
έχω μπροστά μου κείνη τη στιγμή
που η συστολή της -διάφανο σκοτάδι-
μου έκρυψε τ' ωραίο πρόσωπό της,
αφήνοντας τα μάτια της να λάμψουν σαν αστέρια.
Κι η αγρύπνια του έρωτα φτερούγιζε όλη νύχτα
σα ρόδινο πουλί.
Και τώρα ακόμα
αν έβλεπα τα μάτια τα μεγάλα της
τα μήλα τα ολοζώντανα, τα μάγουλα τ' αχνά,
σα κήπος θ' άνθιζε ο πυρετός του χωρισμού,
κι η νύχτα ένας εραστής μελαχρινός
θα χόρταινε το φως
στα στήθια της ημέρας.
Και τώρα ακόμα
θυμάμαι το λιγνό ποτάμι των μαλλιών της να σπαρταρά,
τα πορφυρά της χείλη να σμίγουν στη φλογέρα,
να οδηγούν του έρωτα τον χορό.
Ένα τρελό φεγγάρι το πρόσωπό της έγινε
πάνω απ' το χορτασμό.
Σαλέψαν ανεπαίσθητα τα μέλη της, σιγά, αρμονικά,
τα πόδια της δουλέψαν τον λευκό μόχθο του έρωτα
και σώπασε απαλά.
Και τώρα ακόμα
τη βλέπω στη κρυστάλλινη αχλή των αρωμάτων της
να σπέρνει καταιγίδες σεντονιών:
ένα κορίτσι με μάτια σα καλό κρασί,
δυο μάτια που αγαπιούνται σα πουλιά...
Πώς καιροφυλακτεί
το νεογέννητο γεράκι των χειλιών της!
Και τώρα ακόμα
κολυμπά τρυφερά
προς την απόκρημνη ακτή του πόθου της:
σαν το κρασί κόκκινα,
κατακόκκινα τα μεθυσμένα χείλη της,
γραμμένα με απέραντο γαλάζιο.
Μέλι χρυσό το λυγερό κορμί της,
κόσμος ολάκερος το ζωντανό της βλέμμα.
Υπέροχη η ανάσα της σαν αύρα
φέρνει τ' αρώματα όλα του Κασμίρ.
Και τώρα ακόμα
κάνει τα μάγια της μες στη ψυχή μου.
Ακούω τη φρικτή λέξη του χωρισμού
μέσα στη νύχτα: «Αντίο».
Γυρίζω, βλέπω μια χρυσή ανταύγεια χειλιών.
Γέρνω να τα φιλήσω.
Και χάνομαι μες στα μαλλιά
του κοριτσιού που αγάπησα,
βαθιά, πολύ βαθιά.
Και τώρα ακόμα
το διψασμένο βλέμμα μου νηστεύει τη μορφή
του κοριτσιού που έχασα.
Κρίκοι χρυσοί μου εσείς,
που αγγίζατε τη τρυφερή μανόλια
του προσώπου της
κι άγραφη εσύ περγαμηνή,
τραγούδησαν τα χείλη μου ατέλειωτα φιλιά.
Τόσα φιλιά!
Μα τί να γράψω πια;
Και τώρα ακόμα
μπροστά στον θάνατο
θυμάμαι τα βαμμένα βλέφαρά της
τα πεινασμένα μάτια της,
το έλεος του κορμιού της
δοσμένου στο κατάκοπο κυνήγι της αγάπης.
Κόκκινα αγριολούλουδα,
δροσίζουνε τη θλίψη μου οι θηλές της
κι ο πόνος μου νειρεύεται
χείλια υγρά και πορφυρά,
χείλια που ήταν κάποτε δικά μου.
Και τώρα ακόμα
έρχεται η άνοιξη και σπέρνει διάφανη δροσιά μες στα νερά.
Τα δέντρα αργοσαλεύουν τα τρυφερά τους δάχτυλα.
Το φως, ανθίζει πορφυρό στον κήπο του Θεού.
Νυχτώνει ωστόσο κάποτε και βγαίνει το φεγγάρι
κι είναι το φως του φεγγαριού
σαν τα γλυκά της μάγουλα,
κι είναι οι σκέψεις διάφανες
σαν τα χαμόγελά της.
Ένας κύκνος τριγυρίζει στο σκοτάδι.
Δεν αντέχω το μαρτύριο αυτό.
Και τώρα ακόμα
η ευλογία της ολόγυμνης αγάπης
στο μεθυσμένο μεγαλείο της μορφής της
με περνά απ' το μαρτύριο της μνήμης:
φλόγα λιγνή, τρεμοσβηστή, το φόρεμά της,
μόλις σκεπάζει ένα χέρι ρόδινο,
που σπεύδει με συστολή να συμμαζέψει
ό,τι ταξίδεψε πλησίστια η βιασύνη.
Στο τέλος, πάντα αναχωρεί τόσο γλυκά, τόσο απαλά.
Και τώρα ακόμα
όταν ραγίζει ξαφνικά η πέτρα της καρδιάς μου
της φυλακής μου πέφτουνε οι τοίχοι
και βλέπω ένα κορίτσι-φως.
Τα ρόδα των δακτύλων της
σκορπίζουν στα μαλλιά της
μιαν αγωνία τρυφερή.
Κοιτάζει κάπου μακριά.
Κι όπως ανοίγει τη ρόδινη αγκαλιά της,
ξημερώνει.
Και τώρα ακόμα
όλο στενεύει η φυλακή μου,
όλο μικραίνει.
Χτίζει άλλους τοίχους το σκοτάδι,
κι ένα κορίτσι κουρασμένο στο κρεβάτι μου, γελά.
Ταΐζει ένα μικρό πουλί, λιγνή σαν τη μελιά.
Νυστάζει, δεν κοιμάται, σαν ποτάμι.
Και τώρα ακόμα
τη βλέπω, όπως πάντα, να περνά,
να ταπεινώνει το σκοτάδι
με λουλούδια και πυρσούς.
Γυρίζει, βλέπω καθαρά το πρόσωπό της.
Στέκεται, αμύνεται με σθεναρή
αυτοσυγκράτηση:
«Εγώ πάω για ύπνο. Καληνύχτα!»
Και τώρα ακόμα
που είμαστε μακριά τόσο καιρό,
πουλί δεν φτερουγίζει έξω απ' τη φυλακή μου,
δίχως να δω ολοζώντανο εκείνο το κορίτσι
να κελαηδά όταν μιλά, να έρχεται σαν κύκνος,
σαν πληγωμένου γερακιού φτερούγα να καθεύδει,
η νύχτα των μαλλιών της.
Και τώρα ακόμα
νιώθω πως είναι ευτυχισμένη η ωραία μου πριγκίπισσα.
Τη βλέπω να χαϊδεύει
με τα μπουμπούκια των δακτύλων της
τα στήθη της.
Κρυφά κοιτάζει∙ με κοιτάζει και γελούν τα μάτια της.
Για ένα Θεό ανοίγουν τα μπουμπούκια της.
Ένα Θεό αγκαλιάζει, και σπαρταρά∙
βαθιά πολύ, θανατερά:
«Φίλα με και θα τρέξω κρυστάλλινο ποτάμι!»
Και τώρα ακόμα
κουβεντιάζουν στους δρόμους
πόσον αδύναμη υπήρξε.
Να 'ξεραν πόση δύναμη
χρειάστηκε να φτάσει μέχρις εμένα.
Μπορούσαν άραγε όλοι αυτοί,
που αγοράζουν κι αγοράζονται μ' ασήμι και χρυσό
να γράψουν την ελάχιστη σκιά κάτω απ' τα μάτια της;
Ποιός βασιλιάς την έφερε στο άχαρο κρεβάτι του;
Μοναχικό κορίτσι μου,
κρέμεται ακόμα πάνω μου σα φυλαχτό,
το σθένος σου.
Και τώρα ακόμα
που θα δω τον ήλιο μόνο μια φορά να βγαίνει.
Τώρα ακόμα, που δε θα ξαναδώ τ' αστέρια
-ούτε και θέλω-
εκείνη σκέφτομαι άγρυπνη.
Εγώ θα γείρω μια στιγμή κι ύστερα μέσα μου σιωπή.
Εκείνη; Γείρε, ύπνε, τα βλέφαρά της κι άσε με μένα
ν' αγρυπνώ τον έσχατο ερχομό σου.
Και τώρα ακόμα
η αγωνία της μοναξιάς μου είναι μια:
πως θα γλιστρήσει το φουστάνι στο κορμί της.
Θα δω τα στήθη της,
θα νιώσω τη ζωή που σφύζει μέσα τους,
μια νύχτα πανικού στα εσώρουχά της
θ' ανατρέψει όλης της γης τη τάξη,
θα 'ναι πια χάδια τα κύματα,
φιλιά οι τρικυμίες;
Την έχω δει να μπαίνει στο ναό
και να 'ναι τα λουλούδια της,
τα χέρια του ίδιου του Θεού.
Και τώρα ακόμα
όταν ακούω τους σοφούς να σαβανώνουν
με λόγια ακατάσχετα τα νεκρωμένα νιάτα τους,
μου λείπει η αρμύρα των ψιθύρων της,
το χρώμα των στεναγμών, που έσπερνε στον ύπνο της,
ν' ανθίσουν στον δικό μου λέξεις μικρές, ωστόσο σοφές,
αιφνίδιες σα νερό κρύσταλλο κρύο
κι άγριες σαν το μέλι.
Και τώρα ακόμα
θυμάμαι την αυγή να περιθάλπει
τη κατάκοπην αγρύπνια του έρωτά της.
Φωλιάζει μες στα χέρια μου, χαμογελά λιγνά
όταν τρεκλίζει η γλώσσα μου το κάθιδρο έλεός της.
Ξημέρωσε.
Όλη νύχτα,
τη σιωπή μοχθούσα του θανάτου.
Ένα τραγούδι ακόμα!
Ένα τραγούδι ακόμα...
Και τώρα ακόμα
ο ξυλοκόπος κι ο ψαράς γυρίζουν σπίτι
όταν απάνω βγαίνει το φεγγάρι,
με το τσεκούρι και το δίχτυ του μουσκίδι φως αχνό.
Σηκώνεται η πορφυρή φλόγα στο παραγώνι και λέει:
«Εμπρός, εμπρός! Έρωτα κι ύπνο αμέσως!»
Κάποιος, κάπου τραγουδά.
Κάποιο κορίτσι κρύβεται μέσα στις φυλλωσιές.
Φέγγει στα στήθη της ολάκερο φεγγάρι.
Κι εγώ θα πρέπει αύριο να πεθάνω.
Και τώρα ακόμα
σα να 'χω όρεξη για προσευχές.
Τουλάχιστον να πιάσω τη κουβέντα
με τους Θεούς γι' αυτό τον κόσμο,
για τον άλλο, να ετοιμαστώ,
να ετοιμάσω την ψυχή μου...
Γονατίζω και λέω:
«Πατέρα του φωτός,
περίμενε λιγάκι ακόμα.
Των σκοταδιών μητέρα,
κράτησε λίγο ακόμα.
Ένα φιλί... το πόδι της...
ένα φιλί μονάχα... »
Και τώρα ακόμα
βλέπω το πρόσωπο, τα μάτια της να φεύγουν
σαν τ' αγρίμια μέσα σε δάσος σκοτεινό.
Κι εγώ χαμένος κυνηγός.
Γύρω νερά μοναχικά -δάκρυα σωστά-
και πέρα κει στις φυλλωσιές θροΐζουν τα μαλλιά της.
Τρέχω και πέφτουν τα σκυλιά επάνω μου.
Ξυπνώ: σκόνη και πέτρα.
Τι είναι εδώ;
Είμαι θαμμένος;
Και τώρα ακόμα
όταν φιλά επάνω το φεγγάρι,
τις θημωνιές στην αγκαλιά του θερισμού
και το μεστό ροδάκινο στα χέρια των κλαδιών,
γαλήνια τη βλέπω να εξοφλεί τα χρέη της στον έρωτα.
Πυκνώνει, πέφτει σα δροσιά το φως των αστεριών.
Μα δεν μας βρίσκει αγκαλιά στον κήπο, όπως πάντα.
Θα πρέπει να νηστέψει χορτασμό κι αυτό το βράδυ.
Και τώρα ακόμα
ο έρωτας είναι Θεός κι η νύχτα η Θεά του.
Όμως εγώ συνάντησα κάποτε το παιδί τους∙
κι ήταν ωραία,
έλαμπε ολόκληρη, Θεέ μου!
Δεν ονειρεύτηκα έκτοτε βαθύτερη ομορφιά.
Νυχτώνω -ξέρω, ναι-
όμως λάμπει επίμονα στο χέρι της το αμύθητο πετράδι
του πρώτου μας καλοκαιριού.
Και τώρα ακόμα
απορώ πού βρίσκει τόσο μένος η αγάπη:
αυτή, μια παλάμη, τρυφερή επιδερμίδα,
δυο άμαχα χεράκια,
να παλεύει σαν τίγρη,
στην ηδονική παγίδα των δακρύων,
που πέσαμε μαζί!
Και τώρα ακόμα
θυμάμαι πως θεωρούσα ομορφιά
τα κυπαρίσσια και τα ρόδα, τα βουνά,
τους λόφους και το κύμα.
Ώσπου μια μέρα είδα των χεριών σου τις πεταλούδες
να μυρώνουνε τον διάφανο αέρα.
Σκέφτομαι κορυδαλλούς να παίζουν μες στις φυλλωσιές,
παιδιά να λιάζονται γυμνά στις ακροποταμιές.
Και τώρα ακόμα
μετά από τόσες νύχτες των λευκών σου σεντονιών
που μου στέρησε ο ύπνος,
σκέπτομαι πως μπορεί να μην υπήρξε
τόσο σκληρός μαζί σου.
Το δικαιούσαι: έκλαψες πολύ.
Φτωχή μου αγάπη,
ο θάνατος στο κήπο τριγυρίζει,
δε θ' αργήσει να εισβάλει στα ερείπια των ελπίδων μου:
φθινοπωριάζει.
Και τώρα ακόμα
θυμάμαι τη παραζάλη της φυγής μας,
εκείνη την απελπισμένη έξοδο
από το σκοτεινό ψέμμα του ύπνου
στη κατάφωτη αλήθεια των ονείρων:
τρέχαμε πλάι στο ποτάμι του χειμώνα,
κι ο ήλιος ξεψυχούσε στα νερά,
δίχως λουλούδια πια και χορτάρια
να χαϊδεύονται στο τρυφερό του φως∙
σήκωσε την τελευταία του ακτίνα
και μας έδειξε ανήμπορα τον δρόμο
για τη Νιρβάνα,
για τη θάλασσα...
Και τώρα ακόμα
σκέπτομαι μάτια σαν το μετάξι πρόθυμα
να περιπαίξουν, να χαϊδέψουν,
να τυλίξουν απαλά το σώμα μου∙
μάτια με βλέφαρα που ανοίγουν άλλα μάτια,
όταν κλείνουν σκιερά.
Σκέπτομαι, σκέπτομαι, θυμάμαι,
το στόμα που αγάπησα, το μυρωμένο στόμα,
τα δροσερά λουλούδια των χειλιών της,
τη μεθυσμένη νύχτα των μαλλιών της,
τα δάχτυλα, σαν τα λιγνά κλαριά που αργοσαλεύουν
τον πολύτιμο καρπό τους.
Και τώρα ακόμα
οι ζωγράφοι όλου του κόσμου,
με τους λεπτούς καμβάδες τους,
τα χρώματα τα εξαίσια,
στις τρυφερές σκιές,
αδυνατούν ν' απεικονίσουν
το φως του ήλιου
στο λυγερό σώμα του κοριτσιού μου.
Ζωγράφος δεν υπάρχει σαν το βλέμμα.
Και τώρα ακόμα
όταν βρέχει μες στη νύχτα,
πλημμυρίζει ασήμι ο κόσμος.
Κλείνω τα μάτια κι ονειρεύομαι το σώμα σου.
Στέκομαι, λέει, πίσω απ' το κρεβάτι μας:
η νύχτα των μαλλιών σου πέφτει αργά
στο έρημο μαξιλάρι.
Απλώνεις ένα χέρι, έσχατο φως
κι αναζητάς να πιάσεις ουρανό.
Μάταιος κόπος.
Και τώρα ακόμα
σκέπτομαι τα πόδια σου
να γυρεύουν να φωλιάσουν στα δικά μου.
Τα ονειρεύομαι συχνά και τώρα ακόμα∙
όπως πάντα βιαστικά και σιωπηλά.
Όταν ξυπνώ δεν κλαίω∙
κι ας είναι η απουσία σου
το πρώτο πράγμα που βλέπω
μες στο άθλιο φως της μέρας.
Τί νόημα έχει πια;
Ήρθε η ώρα να μαζεύω τη ψυχή μου
και να φεύγω.
Και τώρα ακόμα
ξέρω τουλάχιστον πως είδα
τους ανθρώπους ν' αγαπιούνται.
Είδα τον πόθο να τραβά δικούς του δρόμους
μέσα στα μάτια τους.
Το χάρηκα.
Αυτός ο κόσμος που αφήνω πίσω μου
ήταν φτερούγισμα πουλιού,
φωτιές στων λόφων της κορφές.
Αυτός ο κόσμος ήταν σα ζωγραφιστός,
σαν ψεύτικος.
Εκτός απ' το κορίτσι μου.
Αυτή...
Και τώρα ακόμα
παρηγοριά έχει ο θάνατος.
Τουλάχιστον δίνει φτερά, κάπου πετάς,
κι η νύχτα πια δεν έρχεται
με τοίχους γυμνούς κι άδεια κρεβάτια.
Κανένας δε φιλάει τους νεκρούς.
Αν υπάρχει κάποια βρύση -έστω της λησμοσύνης-
μπορείς τουλάχιστον να ξεδιψάσεις.
Και τώρα ακόμα
λέω πως δοκίμασα τουλάχιστον τη γεύση της ζωής.
Μεγάλη ήταν η γιορτή.
Τέλειωσε, πάει.
Όμως -για δες- φως δυνατό!
Αιώνιο φως!
Και μέσα το κορίτσι μου!
Ας έρθει το μαχαίρι.
Έχω γιορτή!
Ο μύθος λοιπόν λέει πως ο Bilhana ερωτεύτηκε τη κόρη του βασιλιά Madanabhirama, πριγκήπισσα Yaminipurnatilaka κι είχαν μυστική ερωτική σχέση. Ανακαλύφθηκαν όμως κι ο ποιητής ρίχτηκε στη φυλακή. Περιμένοντας την απόφαση, έγραψε ερωτικό ποίημα πενήντα στροφών, μη ξέροντας αν θα στελνόταν εξορία ή στην αγχόνη. Είναι άγνωστο ποια μοίρα είχε. Εντούτοις, το εξαιρετικό ποίημά του, μεταφέρθηκε στόμα με στόμα, σ' ολόκληρη την Ινδία. Υπήρξαν διάφορες εκδοχές, συμπεριλαμβανομένων κι αυτών από τη Νότια Ινδία, πως είχε ευτυχές τέλος. Η ευτυχής είναι πως οι στίχοι του φέρανε τη λευτεριά του, όταν τους διάβασε δημόσια τη μέρα που 'ταν να θανατωθεί και παντρεύτηκε τη πριγκήπισσα της καρδιάς του...
Και τώρα ακόμα
η σκέψη μου βυθίζεται στο μέλι του κοριτσιού μου,
στις κορδέλες, στα μπουμπούκια
που ξημέρωναν χρυσάφι,
στη μεθυσμένη νύχτα των μαλλιών της,
στα κουρασμένα, από το μόχθο της αγάπης, βήματά της,
στη γαλήνη των βλεφάρων της:
κοιμάται ή ρεμβάζει.
Αρπάζεται ο νους μου
απ' την αλήθεια της απουσίας της
κι αρχίζει να δουλεύει
βαθιά μες στη ψυχή μου
την αποκάλυψή της.
Και τώρα ακόμα
βλέπω τα στήθη της μεστά
στου κόρφου της τη κιτρολεμονιά.
Το πρόσωπό της έναστρος επάνω ο ουρανός.
Πάω κοντά.
Πυρπολημένο το κορμί της,
πληγωμένο απ' της αγάπης τη πύρινη αιχμή.
Την άνθισή της σκέφτομαι
και θάβεται η καρδιά μου ζωντανή στο χιόνι.
Και τώρα ακόμα
να 'ρχόταν το κορίτσι μου
μ' αυτά τα μάτια σαν τ' ανθάκια του λωτού
απ' της αγάπης τα μαρτύρια τσακισμένη,
αμέσως θα της άνοιγα τη δίψα των χεριών μου
να πιει αυτή, να πιω κι εγώ
απ' των χειλιών της το κρασί:
εργατικός κουρσάρος της γλύκας,
σαν την μέλισσα, που δεν χρονοτριβεί
να κλέψει από το νούφαρο το μέλι.
Και τώρα ακόμα
τη θυμάμαι κουρασμένη απ' της αγάπης
τον μόχθο να βαδίζει αργά, απρόθυμα.
Ποτάμι τα μαλλιά στα κάτωχρά της μάγουλα.
Κι η ταραχή του φουστανιού της να ψελλίζει
πολύχρωμα, δαντελωτά, τι κέρδισε, τι έδωσε.
Η αύρα η μυρωμένη των χεριών της
σκορπίζει ανεμώνες στον λαιμό μου.
Και τώρα ακόμα
έχω μπροστά μου κείνη τη στιγμή
που η συστολή της -διάφανο σκοτάδι-
μου έκρυψε τ' ωραίο πρόσωπό της,
αφήνοντας τα μάτια της να λάμψουν σαν αστέρια.
Κι η αγρύπνια του έρωτα φτερούγιζε όλη νύχτα
σα ρόδινο πουλί.
Και τώρα ακόμα
αν έβλεπα τα μάτια τα μεγάλα της
τα μήλα τα ολοζώντανα, τα μάγουλα τ' αχνά,
σα κήπος θ' άνθιζε ο πυρετός του χωρισμού,
κι η νύχτα ένας εραστής μελαχρινός
θα χόρταινε το φως
στα στήθια της ημέρας.
Και τώρα ακόμα
θυμάμαι το λιγνό ποτάμι των μαλλιών της να σπαρταρά,
τα πορφυρά της χείλη να σμίγουν στη φλογέρα,
να οδηγούν του έρωτα τον χορό.
Ένα τρελό φεγγάρι το πρόσωπό της έγινε
πάνω απ' το χορτασμό.
Σαλέψαν ανεπαίσθητα τα μέλη της, σιγά, αρμονικά,
τα πόδια της δουλέψαν τον λευκό μόχθο του έρωτα
και σώπασε απαλά.
Και τώρα ακόμα
τη βλέπω στη κρυστάλλινη αχλή των αρωμάτων της
να σπέρνει καταιγίδες σεντονιών:
ένα κορίτσι με μάτια σα καλό κρασί,
δυο μάτια που αγαπιούνται σα πουλιά...
Πώς καιροφυλακτεί
το νεογέννητο γεράκι των χειλιών της!
Και τώρα ακόμα
κολυμπά τρυφερά
προς την απόκρημνη ακτή του πόθου της:
σαν το κρασί κόκκινα,
κατακόκκινα τα μεθυσμένα χείλη της,
γραμμένα με απέραντο γαλάζιο.
Μέλι χρυσό το λυγερό κορμί της,
κόσμος ολάκερος το ζωντανό της βλέμμα.
Υπέροχη η ανάσα της σαν αύρα
φέρνει τ' αρώματα όλα του Κασμίρ.
Και τώρα ακόμα
κάνει τα μάγια της μες στη ψυχή μου.
Ακούω τη φρικτή λέξη του χωρισμού
μέσα στη νύχτα: «Αντίο».
Γυρίζω, βλέπω μια χρυσή ανταύγεια χειλιών.
Γέρνω να τα φιλήσω.
Και χάνομαι μες στα μαλλιά
του κοριτσιού που αγάπησα,
βαθιά, πολύ βαθιά.
Και τώρα ακόμα
το διψασμένο βλέμμα μου νηστεύει τη μορφή
του κοριτσιού που έχασα.
Κρίκοι χρυσοί μου εσείς,
που αγγίζατε τη τρυφερή μανόλια
του προσώπου της
κι άγραφη εσύ περγαμηνή,
τραγούδησαν τα χείλη μου ατέλειωτα φιλιά.
Τόσα φιλιά!
Μα τί να γράψω πια;
Και τώρα ακόμα
μπροστά στον θάνατο
θυμάμαι τα βαμμένα βλέφαρά της
τα πεινασμένα μάτια της,
το έλεος του κορμιού της
δοσμένου στο κατάκοπο κυνήγι της αγάπης.
Κόκκινα αγριολούλουδα,
δροσίζουνε τη θλίψη μου οι θηλές της
κι ο πόνος μου νειρεύεται
χείλια υγρά και πορφυρά,
χείλια που ήταν κάποτε δικά μου.
Και τώρα ακόμα
έρχεται η άνοιξη και σπέρνει διάφανη δροσιά μες στα νερά.
Τα δέντρα αργοσαλεύουν τα τρυφερά τους δάχτυλα.
Το φως, ανθίζει πορφυρό στον κήπο του Θεού.
Νυχτώνει ωστόσο κάποτε και βγαίνει το φεγγάρι
κι είναι το φως του φεγγαριού
σαν τα γλυκά της μάγουλα,
κι είναι οι σκέψεις διάφανες
σαν τα χαμόγελά της.
Ένας κύκνος τριγυρίζει στο σκοτάδι.
Δεν αντέχω το μαρτύριο αυτό.
Και τώρα ακόμα
η ευλογία της ολόγυμνης αγάπης
στο μεθυσμένο μεγαλείο της μορφής της
με περνά απ' το μαρτύριο της μνήμης:
φλόγα λιγνή, τρεμοσβηστή, το φόρεμά της,
μόλις σκεπάζει ένα χέρι ρόδινο,
που σπεύδει με συστολή να συμμαζέψει
ό,τι ταξίδεψε πλησίστια η βιασύνη.
Στο τέλος, πάντα αναχωρεί τόσο γλυκά, τόσο απαλά.
Και τώρα ακόμα
όταν ραγίζει ξαφνικά η πέτρα της καρδιάς μου
της φυλακής μου πέφτουνε οι τοίχοι
και βλέπω ένα κορίτσι-φως.
Τα ρόδα των δακτύλων της
σκορπίζουν στα μαλλιά της
μιαν αγωνία τρυφερή.
Κοιτάζει κάπου μακριά.
Κι όπως ανοίγει τη ρόδινη αγκαλιά της,
ξημερώνει.
Και τώρα ακόμα
όλο στενεύει η φυλακή μου,
όλο μικραίνει.
Χτίζει άλλους τοίχους το σκοτάδι,
κι ένα κορίτσι κουρασμένο στο κρεβάτι μου, γελά.
Ταΐζει ένα μικρό πουλί, λιγνή σαν τη μελιά.
Νυστάζει, δεν κοιμάται, σαν ποτάμι.
Και τώρα ακόμα
τη βλέπω, όπως πάντα, να περνά,
να ταπεινώνει το σκοτάδι
με λουλούδια και πυρσούς.
Γυρίζει, βλέπω καθαρά το πρόσωπό της.
Στέκεται, αμύνεται με σθεναρή
αυτοσυγκράτηση:
«Εγώ πάω για ύπνο. Καληνύχτα!»
Και τώρα ακόμα
που είμαστε μακριά τόσο καιρό,
πουλί δεν φτερουγίζει έξω απ' τη φυλακή μου,
δίχως να δω ολοζώντανο εκείνο το κορίτσι
να κελαηδά όταν μιλά, να έρχεται σαν κύκνος,
σαν πληγωμένου γερακιού φτερούγα να καθεύδει,
η νύχτα των μαλλιών της.
Και τώρα ακόμα
νιώθω πως είναι ευτυχισμένη η ωραία μου πριγκίπισσα.
Τη βλέπω να χαϊδεύει
με τα μπουμπούκια των δακτύλων της
τα στήθη της.
Κρυφά κοιτάζει∙ με κοιτάζει και γελούν τα μάτια της.
Για ένα Θεό ανοίγουν τα μπουμπούκια της.
Ένα Θεό αγκαλιάζει, και σπαρταρά∙
βαθιά πολύ, θανατερά:
«Φίλα με και θα τρέξω κρυστάλλινο ποτάμι!»
Και τώρα ακόμα
κουβεντιάζουν στους δρόμους
πόσον αδύναμη υπήρξε.
Να 'ξεραν πόση δύναμη
χρειάστηκε να φτάσει μέχρις εμένα.
Μπορούσαν άραγε όλοι αυτοί,
που αγοράζουν κι αγοράζονται μ' ασήμι και χρυσό
να γράψουν την ελάχιστη σκιά κάτω απ' τα μάτια της;
Ποιός βασιλιάς την έφερε στο άχαρο κρεβάτι του;
Μοναχικό κορίτσι μου,
κρέμεται ακόμα πάνω μου σα φυλαχτό,
το σθένος σου.
Και τώρα ακόμα
που θα δω τον ήλιο μόνο μια φορά να βγαίνει.
Τώρα ακόμα, που δε θα ξαναδώ τ' αστέρια
-ούτε και θέλω-
εκείνη σκέφτομαι άγρυπνη.
Εγώ θα γείρω μια στιγμή κι ύστερα μέσα μου σιωπή.
Εκείνη; Γείρε, ύπνε, τα βλέφαρά της κι άσε με μένα
ν' αγρυπνώ τον έσχατο ερχομό σου.
Και τώρα ακόμα
η αγωνία της μοναξιάς μου είναι μια:
πως θα γλιστρήσει το φουστάνι στο κορμί της.
Θα δω τα στήθη της,
θα νιώσω τη ζωή που σφύζει μέσα τους,
μια νύχτα πανικού στα εσώρουχά της
θ' ανατρέψει όλης της γης τη τάξη,
θα 'ναι πια χάδια τα κύματα,
φιλιά οι τρικυμίες;
Την έχω δει να μπαίνει στο ναό
και να 'ναι τα λουλούδια της,
τα χέρια του ίδιου του Θεού.
Και τώρα ακόμα
όταν ακούω τους σοφούς να σαβανώνουν
με λόγια ακατάσχετα τα νεκρωμένα νιάτα τους,
μου λείπει η αρμύρα των ψιθύρων της,
το χρώμα των στεναγμών, που έσπερνε στον ύπνο της,
ν' ανθίσουν στον δικό μου λέξεις μικρές, ωστόσο σοφές,
αιφνίδιες σα νερό κρύσταλλο κρύο
κι άγριες σαν το μέλι.
Και τώρα ακόμα
θυμάμαι την αυγή να περιθάλπει
τη κατάκοπην αγρύπνια του έρωτά της.
Φωλιάζει μες στα χέρια μου, χαμογελά λιγνά
όταν τρεκλίζει η γλώσσα μου το κάθιδρο έλεός της.
Ξημέρωσε.
Όλη νύχτα,
τη σιωπή μοχθούσα του θανάτου.
Ένα τραγούδι ακόμα!
Ένα τραγούδι ακόμα...
Και τώρα ακόμα
ο ξυλοκόπος κι ο ψαράς γυρίζουν σπίτι
όταν απάνω βγαίνει το φεγγάρι,
με το τσεκούρι και το δίχτυ του μουσκίδι φως αχνό.
Σηκώνεται η πορφυρή φλόγα στο παραγώνι και λέει:
«Εμπρός, εμπρός! Έρωτα κι ύπνο αμέσως!»
Κάποιος, κάπου τραγουδά.
Κάποιο κορίτσι κρύβεται μέσα στις φυλλωσιές.
Φέγγει στα στήθη της ολάκερο φεγγάρι.
Κι εγώ θα πρέπει αύριο να πεθάνω.
Και τώρα ακόμα
σα να 'χω όρεξη για προσευχές.
Τουλάχιστον να πιάσω τη κουβέντα
με τους Θεούς γι' αυτό τον κόσμο,
για τον άλλο, να ετοιμαστώ,
να ετοιμάσω την ψυχή μου...
Γονατίζω και λέω:
«Πατέρα του φωτός,
περίμενε λιγάκι ακόμα.
Των σκοταδιών μητέρα,
κράτησε λίγο ακόμα.
Ένα φιλί... το πόδι της...
ένα φιλί μονάχα... »
Και τώρα ακόμα
βλέπω το πρόσωπο, τα μάτια της να φεύγουν
σαν τ' αγρίμια μέσα σε δάσος σκοτεινό.
Κι εγώ χαμένος κυνηγός.
Γύρω νερά μοναχικά -δάκρυα σωστά-
και πέρα κει στις φυλλωσιές θροΐζουν τα μαλλιά της.
Τρέχω και πέφτουν τα σκυλιά επάνω μου.
Ξυπνώ: σκόνη και πέτρα.
Τι είναι εδώ;
Είμαι θαμμένος;
Και τώρα ακόμα
όταν φιλά επάνω το φεγγάρι,
τις θημωνιές στην αγκαλιά του θερισμού
και το μεστό ροδάκινο στα χέρια των κλαδιών,
γαλήνια τη βλέπω να εξοφλεί τα χρέη της στον έρωτα.
Πυκνώνει, πέφτει σα δροσιά το φως των αστεριών.
Μα δεν μας βρίσκει αγκαλιά στον κήπο, όπως πάντα.
Θα πρέπει να νηστέψει χορτασμό κι αυτό το βράδυ.
Και τώρα ακόμα
ο έρωτας είναι Θεός κι η νύχτα η Θεά του.
Όμως εγώ συνάντησα κάποτε το παιδί τους∙
κι ήταν ωραία,
έλαμπε ολόκληρη, Θεέ μου!
Δεν ονειρεύτηκα έκτοτε βαθύτερη ομορφιά.
Νυχτώνω -ξέρω, ναι-
όμως λάμπει επίμονα στο χέρι της το αμύθητο πετράδι
του πρώτου μας καλοκαιριού.
Και τώρα ακόμα
απορώ πού βρίσκει τόσο μένος η αγάπη:
αυτή, μια παλάμη, τρυφερή επιδερμίδα,
δυο άμαχα χεράκια,
να παλεύει σαν τίγρη,
στην ηδονική παγίδα των δακρύων,
που πέσαμε μαζί!
Και τώρα ακόμα
θυμάμαι πως θεωρούσα ομορφιά
τα κυπαρίσσια και τα ρόδα, τα βουνά,
τους λόφους και το κύμα.
Ώσπου μια μέρα είδα των χεριών σου τις πεταλούδες
να μυρώνουνε τον διάφανο αέρα.
Σκέφτομαι κορυδαλλούς να παίζουν μες στις φυλλωσιές,
παιδιά να λιάζονται γυμνά στις ακροποταμιές.
Και τώρα ακόμα
μετά από τόσες νύχτες των λευκών σου σεντονιών
που μου στέρησε ο ύπνος,
σκέπτομαι πως μπορεί να μην υπήρξε
τόσο σκληρός μαζί σου.
Το δικαιούσαι: έκλαψες πολύ.
Φτωχή μου αγάπη,
ο θάνατος στο κήπο τριγυρίζει,
δε θ' αργήσει να εισβάλει στα ερείπια των ελπίδων μου:
φθινοπωριάζει.
Και τώρα ακόμα
θυμάμαι τη παραζάλη της φυγής μας,
εκείνη την απελπισμένη έξοδο
από το σκοτεινό ψέμμα του ύπνου
στη κατάφωτη αλήθεια των ονείρων:
τρέχαμε πλάι στο ποτάμι του χειμώνα,
κι ο ήλιος ξεψυχούσε στα νερά,
δίχως λουλούδια πια και χορτάρια
να χαϊδεύονται στο τρυφερό του φως∙
σήκωσε την τελευταία του ακτίνα
και μας έδειξε ανήμπορα τον δρόμο
για τη Νιρβάνα,
για τη θάλασσα...
Και τώρα ακόμα
σκέπτομαι μάτια σαν το μετάξι πρόθυμα
να περιπαίξουν, να χαϊδέψουν,
να τυλίξουν απαλά το σώμα μου∙
μάτια με βλέφαρα που ανοίγουν άλλα μάτια,
όταν κλείνουν σκιερά.
Σκέπτομαι, σκέπτομαι, θυμάμαι,
το στόμα που αγάπησα, το μυρωμένο στόμα,
τα δροσερά λουλούδια των χειλιών της,
τη μεθυσμένη νύχτα των μαλλιών της,
τα δάχτυλα, σαν τα λιγνά κλαριά που αργοσαλεύουν
τον πολύτιμο καρπό τους.
Και τώρα ακόμα
οι ζωγράφοι όλου του κόσμου,
με τους λεπτούς καμβάδες τους,
τα χρώματα τα εξαίσια,
στις τρυφερές σκιές,
αδυνατούν ν' απεικονίσουν
το φως του ήλιου
στο λυγερό σώμα του κοριτσιού μου.
Ζωγράφος δεν υπάρχει σαν το βλέμμα.
Και τώρα ακόμα
όταν βρέχει μες στη νύχτα,
πλημμυρίζει ασήμι ο κόσμος.
Κλείνω τα μάτια κι ονειρεύομαι το σώμα σου.
Στέκομαι, λέει, πίσω απ' το κρεβάτι μας:
η νύχτα των μαλλιών σου πέφτει αργά
στο έρημο μαξιλάρι.
Απλώνεις ένα χέρι, έσχατο φως
κι αναζητάς να πιάσεις ουρανό.
Μάταιος κόπος.
Και τώρα ακόμα
σκέπτομαι τα πόδια σου
να γυρεύουν να φωλιάσουν στα δικά μου.
Τα ονειρεύομαι συχνά και τώρα ακόμα∙
όπως πάντα βιαστικά και σιωπηλά.
Όταν ξυπνώ δεν κλαίω∙
κι ας είναι η απουσία σου
το πρώτο πράγμα που βλέπω
μες στο άθλιο φως της μέρας.
Τί νόημα έχει πια;
Ήρθε η ώρα να μαζεύω τη ψυχή μου
και να φεύγω.
Και τώρα ακόμα
ξέρω τουλάχιστον πως είδα
τους ανθρώπους ν' αγαπιούνται.
Είδα τον πόθο να τραβά δικούς του δρόμους
μέσα στα μάτια τους.
Το χάρηκα.
Αυτός ο κόσμος που αφήνω πίσω μου
ήταν φτερούγισμα πουλιού,
φωτιές στων λόφων της κορφές.
Αυτός ο κόσμος ήταν σα ζωγραφιστός,
σαν ψεύτικος.
Εκτός απ' το κορίτσι μου.
Αυτή...
Και τώρα ακόμα
παρηγοριά έχει ο θάνατος.
Τουλάχιστον δίνει φτερά, κάπου πετάς,
κι η νύχτα πια δεν έρχεται
με τοίχους γυμνούς κι άδεια κρεβάτια.
Κανένας δε φιλάει τους νεκρούς.
Αν υπάρχει κάποια βρύση -έστω της λησμοσύνης-
μπορείς τουλάχιστον να ξεδιψάσεις.
Και τώρα ακόμα
λέω πως δοκίμασα τουλάχιστον τη γεύση της ζωής.
Μεγάλη ήταν η γιορτή.
Τέλειωσε, πάει.
Όμως -για δες- φως δυνατό!
Αιώνιο φως!
Και μέσα το κορίτσι μου!
Ας έρθει το μαχαίρι.
Έχω γιορτή!
Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009
Ψυχή και Έρωτας
Δυο αδελφές είχε η Ψυχή - και βασιλιά πατέρα -
κι ήτανε όμορφες πολύ, σαν λιολουσμένη μέρα.
Μα της Ψυχής η ομορφιά ήταν σαν ήλιος ίδια.
Τα μάτια της λαμπύριζαν κάτω απ' αχτίδες φρύδια.
Κι είχε μαλλιά ολομέταξα και μάλαμα ωμοπλάτη
κι είχε σεντόνια σύννεφα και ουρανό κρεβάτι.
Οι δυο αδελφές παντρεύτηκαν, μα η Ψυχή απομένει
ανύπαντρη, γιατί έμεναν μπροστά της θαμπωμένοι
όλοι οι υποψήφιοι γαμπροί κι ούτε ένας δεν τολμούσε
να ναι σκιά μιας γυναικός που ακτινοβολούσε.
Φοβήθηκε ο πατέρας της ανύπαντρη μην μείνει
και το μαντείο ρώτησε, κι αυτό εντολή του δίνει:
στης ερημιάς και στης σιωπής το βράχο να την δέσουν
αφού πιο πριν το νυφικό φουστάνι της φορέσουν.
Τότε, ένα τέρας τρομερό δική του θα την κάμει.
Τ' άκουσε η νέα κι έτρεμε το σώμα της καλάμι ...
Την πήραν, την στολίσανε, στο βράχο την αφήσαν
δεμένη, και περίλυποι στο σπίτι τους γυρίσαν.
Και το κορίτσι έμεινε έντρομο και μονάχο
στης ερημιάς και στης σιωπής τον γρανιτένιο βράχο.
Ξάφνου, ένα κύμα ένιωσε να την σηκώνει αέρα
ψηλά και σαν το πούπουλο εχάθη στον αιθέρα.
Σε μια κοιλάδα βούλιαξε μετά, όπως μες στην λήθη,
και κουρασμένη στο απαλό γρασίδι αποκοιμήθη.
Γλυκό αεράκι φύσηξε και η Ψυχή ξυπνάει.
Σ' ένα παλάτι βρέθηκε, τριγύρω της κοιτάει.
Βλέπει μαρμάρινα σκαλιά, χρυσάφι πολυθρόνες
σ' αίθουσες μ' ελεφαντοστούν πανύψηλες κολόνες.
Πόρτες με διαμαντόπετρες ανοίγουν μοναχές τους,
κουρτίνες αραχνοΰφαντες μεριάζουν τις πτυχές τους.
Φωνές την καλωσόρισαν - μα άνθρωπος δεν φαινόταν -
μόνο φωνές, που σκλάβες της πιστές της θα γινόνταν.
Κύλησε η μέρα, κύλησε ... Κάθε στιγμή, ένα θαύμα
την έκπληκτη περίμενε Ψυχή. Κι όπως το τραύμα
σιγά σιγά επουλώνεται με τον καιρό, το βράδυ
απάλυνε η μοναξιά, σαν μέσα στο σκοτάδι
ένιωσε πλάι της η Ψυχή τ' αντρός την παρουσία,
κι αργά αργά βυθίστηκε σ' αγνώστου συνουσία.
Μια ζεστασιά ως τα κόκαλα και γλύκα ως το μεδούλι
ένιωσε κι ανατρίχιασε της ήβης της το χνούδι ...
Ένιωθε μόνο, ένιωθε ... Να δει όμως δεν μπορούσε
τον άντρα που αγκάλιαζε κι εκείνος της μιλούσε:
«Αν θες, Ψυχή, να ζήσουμε μαζί για πάντα, δω' μου
υπόσχεση πως δεν θα δεις ποτέ το πρόσωπό μου.
Σβυστός ο λύχνος τις νυχτιές θα μένει, και στης μέρας
το φως δεν πρέπει εσύ να δεις την όψη από ένα τέρας,
ειδάλλως θα χωρίσουμε και θα χαθούμε αιώνια.»
Περάσανε μερόνυχτα, βδομάδες, μήνες, χρόνια ...
και η Ψυχή τον άγνωστο παράφορα αγαπάει,
μα νοσταλγία ένιωσε στο σπίτι της να πάει,
να μάθουνε και οι γονείς πως ζει ευτυχισμένη,
που θα νομίζουν, οι άμοιροι, πως είναι πεθαμένη.
Έκλαψε, παρακάλεσε, τον άντρα καταφέρνει.
Φύσηξε πάλι ο άνεμος, πίσω την ξαναφέρνει
στον ίδιο βράχο, της σιωπής, της ερημιάς, και πάλι
βρέθηκε στων γονέων της τη λατρεμένη αγκάλη.
Κι οι παντρεμένες αδελφές γυρίσανε απ' τα ξένα
κι είδαν τα μάτια της Ψυχής που ταν ευτυχισμένα.
Τους είπε για τον άντρα της, που τόσο αγαπούσε:
κι ας ήταν τέρας, πέθαινε γι' αυτόν, για κείνη ζούσε.
Αν και την όψη του ποτέ δεν είδε, για να κρίνει,
πίστευε πως η αγάπη της τον είχε ομορφύνει.
Τότε, η περιέργεια σαν μαύρο φίδι μπήκε
μες στις καρδιές των αδελφών, και σαν φαρμάκι βγήκε
αυτός ο λόγος σφυριχτά κι απ' των δυονών το στόμα:
«Δύστυχη, που τον άντρα σου δεν γνώρισες ακόμα!»
Και συμβουλέψαν την Ψυχή: ο ύπνος σαν τον πάρει
τον άντρα της, αυτή κρυφά ν' ανάψει το λυχνάρι
κι όπως η φλόγα τρέμοντας τα σκότη θα σκορπούσε
να έβλεπε το πρόσωπο εκείνου π' αγαπούσε.
Φύσηξε ο άνεμος ξανά ... και η Ψυχή γυρίζει
στον π' αγαπά ... Σαν νύχτωσε, ο λύχνος σπινθηρίζει
που άναψαν τρεμάμενα της γυναικός τα χέρια
κι είδε την όψη του άντρα της ... Και σβήστηκαν τ' αστέρια
από ντροπή - τόσο έλαμπε το πρόσωπο του νέου!
Του ιδανικού την ομορφιά είχε του πιο ωραίου.
Λιώνει η Ψυχή απ' τον πόθο της ... Και όπως ένα χάδι
σκύβει να δώσει, έπεσε μία σταγόνα λάδι
από το λύχνο, που έγειρε, πάνω στον κοιμισμένο
Έρωτα ... και σαν όνειρο εχάθη ξυπνημένο!
Αυτός ήταν ο άντρας της, το φοβερό το τέρας,
κι απ' τα φτερά του ήτανε εκείνος ο αέρας
που την Ψυχή εσήκωσε σαν πούπουλο μονάχο
στης ερημιάς και στης σιωπής το γρανιτένιο βράχο.
Μόνη από τότε η Ψυχή στον κόσμο τριγυρνάει
και ψάχνει για τον Έρωτα, που μακριά πετάει ...
κι ήτανε όμορφες πολύ, σαν λιολουσμένη μέρα.
Μα της Ψυχής η ομορφιά ήταν σαν ήλιος ίδια.
Τα μάτια της λαμπύριζαν κάτω απ' αχτίδες φρύδια.
Κι είχε μαλλιά ολομέταξα και μάλαμα ωμοπλάτη
κι είχε σεντόνια σύννεφα και ουρανό κρεβάτι.
Οι δυο αδελφές παντρεύτηκαν, μα η Ψυχή απομένει
ανύπαντρη, γιατί έμεναν μπροστά της θαμπωμένοι
όλοι οι υποψήφιοι γαμπροί κι ούτε ένας δεν τολμούσε
να ναι σκιά μιας γυναικός που ακτινοβολούσε.
Φοβήθηκε ο πατέρας της ανύπαντρη μην μείνει
και το μαντείο ρώτησε, κι αυτό εντολή του δίνει:
στης ερημιάς και στης σιωπής το βράχο να την δέσουν
αφού πιο πριν το νυφικό φουστάνι της φορέσουν.
Τότε, ένα τέρας τρομερό δική του θα την κάμει.
Τ' άκουσε η νέα κι έτρεμε το σώμα της καλάμι ...
Την πήραν, την στολίσανε, στο βράχο την αφήσαν
δεμένη, και περίλυποι στο σπίτι τους γυρίσαν.
Και το κορίτσι έμεινε έντρομο και μονάχο
στης ερημιάς και στης σιωπής τον γρανιτένιο βράχο.
Ξάφνου, ένα κύμα ένιωσε να την σηκώνει αέρα
ψηλά και σαν το πούπουλο εχάθη στον αιθέρα.
Σε μια κοιλάδα βούλιαξε μετά, όπως μες στην λήθη,
και κουρασμένη στο απαλό γρασίδι αποκοιμήθη.
Γλυκό αεράκι φύσηξε και η Ψυχή ξυπνάει.
Σ' ένα παλάτι βρέθηκε, τριγύρω της κοιτάει.
Βλέπει μαρμάρινα σκαλιά, χρυσάφι πολυθρόνες
σ' αίθουσες μ' ελεφαντοστούν πανύψηλες κολόνες.
Πόρτες με διαμαντόπετρες ανοίγουν μοναχές τους,
κουρτίνες αραχνοΰφαντες μεριάζουν τις πτυχές τους.
Φωνές την καλωσόρισαν - μα άνθρωπος δεν φαινόταν -
μόνο φωνές, που σκλάβες της πιστές της θα γινόνταν.
Κύλησε η μέρα, κύλησε ... Κάθε στιγμή, ένα θαύμα
την έκπληκτη περίμενε Ψυχή. Κι όπως το τραύμα
σιγά σιγά επουλώνεται με τον καιρό, το βράδυ
απάλυνε η μοναξιά, σαν μέσα στο σκοτάδι
ένιωσε πλάι της η Ψυχή τ' αντρός την παρουσία,
κι αργά αργά βυθίστηκε σ' αγνώστου συνουσία.
Μια ζεστασιά ως τα κόκαλα και γλύκα ως το μεδούλι
ένιωσε κι ανατρίχιασε της ήβης της το χνούδι ...
Ένιωθε μόνο, ένιωθε ... Να δει όμως δεν μπορούσε
τον άντρα που αγκάλιαζε κι εκείνος της μιλούσε:
«Αν θες, Ψυχή, να ζήσουμε μαζί για πάντα, δω' μου
υπόσχεση πως δεν θα δεις ποτέ το πρόσωπό μου.
Σβυστός ο λύχνος τις νυχτιές θα μένει, και στης μέρας
το φως δεν πρέπει εσύ να δεις την όψη από ένα τέρας,
ειδάλλως θα χωρίσουμε και θα χαθούμε αιώνια.»
Περάσανε μερόνυχτα, βδομάδες, μήνες, χρόνια ...
και η Ψυχή τον άγνωστο παράφορα αγαπάει,
μα νοσταλγία ένιωσε στο σπίτι της να πάει,
να μάθουνε και οι γονείς πως ζει ευτυχισμένη,
που θα νομίζουν, οι άμοιροι, πως είναι πεθαμένη.
Έκλαψε, παρακάλεσε, τον άντρα καταφέρνει.
Φύσηξε πάλι ο άνεμος, πίσω την ξαναφέρνει
στον ίδιο βράχο, της σιωπής, της ερημιάς, και πάλι
βρέθηκε στων γονέων της τη λατρεμένη αγκάλη.
Κι οι παντρεμένες αδελφές γυρίσανε απ' τα ξένα
κι είδαν τα μάτια της Ψυχής που ταν ευτυχισμένα.
Τους είπε για τον άντρα της, που τόσο αγαπούσε:
κι ας ήταν τέρας, πέθαινε γι' αυτόν, για κείνη ζούσε.
Αν και την όψη του ποτέ δεν είδε, για να κρίνει,
πίστευε πως η αγάπη της τον είχε ομορφύνει.
Τότε, η περιέργεια σαν μαύρο φίδι μπήκε
μες στις καρδιές των αδελφών, και σαν φαρμάκι βγήκε
αυτός ο λόγος σφυριχτά κι απ' των δυονών το στόμα:
«Δύστυχη, που τον άντρα σου δεν γνώρισες ακόμα!»
Και συμβουλέψαν την Ψυχή: ο ύπνος σαν τον πάρει
τον άντρα της, αυτή κρυφά ν' ανάψει το λυχνάρι
κι όπως η φλόγα τρέμοντας τα σκότη θα σκορπούσε
να έβλεπε το πρόσωπο εκείνου π' αγαπούσε.
Φύσηξε ο άνεμος ξανά ... και η Ψυχή γυρίζει
στον π' αγαπά ... Σαν νύχτωσε, ο λύχνος σπινθηρίζει
που άναψαν τρεμάμενα της γυναικός τα χέρια
κι είδε την όψη του άντρα της ... Και σβήστηκαν τ' αστέρια
από ντροπή - τόσο έλαμπε το πρόσωπο του νέου!
Του ιδανικού την ομορφιά είχε του πιο ωραίου.
Λιώνει η Ψυχή απ' τον πόθο της ... Και όπως ένα χάδι
σκύβει να δώσει, έπεσε μία σταγόνα λάδι
από το λύχνο, που έγειρε, πάνω στον κοιμισμένο
Έρωτα ... και σαν όνειρο εχάθη ξυπνημένο!
Αυτός ήταν ο άντρας της, το φοβερό το τέρας,
κι απ' τα φτερά του ήτανε εκείνος ο αέρας
που την Ψυχή εσήκωσε σαν πούπουλο μονάχο
στης ερημιάς και στης σιωπής το γρανιτένιο βράχο.
Μόνη από τότε η Ψυχή στον κόσμο τριγυρνάει
και ψάχνει για τον Έρωτα, που μακριά πετάει ...
Τρίτη 9 Ιουνίου 2009
Μάθημα ζωής

Το κορίτσι στη φωτογραφία είναι η Katie Kirkpatrick, είναι 21 ετών. Δίπλα της βρίσκεται ο αρραβωνιαστικός της ο Νικ, 23 ετών. Η φωτογραφία πάρθηκε λίγο πριν τη γαμήλια τελετή τους που έγινε στις 11 Ιανουαρίου, 2005 στις Η.Π.Α. Η Katie είχε καρκίνο στα τελευταία στάδια και περνούσε πολλές ώρες τη μέρα παίρνοντας φαρμακευτική αγωγή. Στη φωτογραφία ο Νικ την περιμένει να τελειώσει μια από τις πολλές χημειοθεραπείες που έκανε.

Σε πείσμα όλου του πόνου που ένιωθε, του καταπονημένου οργανισμού της και τως παρενεργειών της μορφίνης η Katie ετοιμάστηκε για το γάμο της και πρόσεξε την κάθε λεπτομέρεια. Το νυφικό της χρειάστηκε πολλές φορές να το τροποποιήσουν λόγω του βάρους που έχανε συνέχεια.

Ένα ασυνήθιστο αξεσουάρ στο πάρτι ήταν η φιάλη οξυγόνου την οποία χρησιμοποιούσε η Katie και κατά τη διάρκεια της τελετής του γάμου. Το άλλο ζευγάρι στη φωτογραφία είναι οι γονείς του Νικ, ιδιαίτερα συγκινημένοι που έβλεπαν το γιο τους να παντρεύεται τον έρωτά του από το σχολείο.

Η Katie, πάνω στο αναπηρικό καροτσάκι με τη φιάλη οξυγόνου, ακούγοντας ένα τραγούδι από τον άντρα της και τους φίλους του.

Στη δεξίωση η Katie ξεκουραζόταν συνέχεια. Ο πόνος δεν την άφησε να σταθεί αρκετές φορές και αναγκαζόταν να κάθεται.

Η Katie πέθανε πέντε μέρες μετά τη μέρα του γάμου της. Παρακολουθώντας μια γυναίκα, τόσο άρρωστη και αδύνατη να παντρεύεται και να έχει ένα τόσο ωραίο χαμόγελο στο πρόσωπό της μάς κάνει να σκεφτούμε: η ευτυχία είναι εφικτή, χωρίς να έχει σημασία πόσο χρόνος θα χρειαστεί γι' αυτή.
Πρέπει να σταματήσουμε να κάνουμε τις ζωές μας πολύπλοκες.
Η ζωή είναι σύντομη,
σπάσε τους κανόνες,
συγχώρα γρήγορα,
φίλησε με πάθος,
αγάπα αληθινά,
γέλα ασταμάτητα
και ποτέ μη σταματάς να χαμογελάς,
όσο παράξενη και να είναι η ζωή.
Η ζωή δεν είναι πάντα το πάρτι που περιμένουμε να είναι, αλλά όσο καιρό είμαστε εκεί, πρέπει να χαμογελούμε και να είμαστε ευχαριστημένοι.
Η ομορφότερη καρδιά
Αυτό το βιντεάκι το αφιερώνω σε όλους τους φίλους, ειδικά εκείνους με τους οποίους δεν έχουμε βρεθεί ποτέ αλλά έχουμε συναντηθεί στους λαβύρινθους του ιντερνετ... κάνετε λοιπόν παύση στη μουσική του blog κι απολαύστε...
και πάνω απ' όλα το αφιερώνω σε σένα που κατέχεις τη μεγαλύτερη πληγή στην καρδιά μου αλλά και το μεγαλύτερο κομμάτι επούλωσης...
και πάνω απ' όλα το αφιερώνω σε σένα που κατέχεις τη μεγαλύτερη πληγή στην καρδιά μου αλλά και το μεγαλύτερο κομμάτι επούλωσης...
Κυριακή 7 Ιουνίου 2009
Τι λένε τα παιδιά...
Ρεβέκκα, 8 ετών
'Όταν κάποιος σε αγαπά, ο τρόπος που προφέρει το όνομά σου είναι διαφορετικός. Ξέρεις ότι το όνομά σου είναι ασφαλές στο στόμα του'
Βασίλης, 4 ετών
'Αγάπη είναι όταν ένα κορίτσι βάζει άρωμα κι ένα αγόρι άφτερ σέιβ και μετά βγαίνουν έξω μαζί και μυρίζουν ο ένας τον άλλον'
Κάρολος, 5 ετών
'Αγάπη είναι όταν βγαίνεις για φαγητό και δίνεις στον άλλο τις μισές τηγανιτές σου πατάτες χωρίς να του ζητάς να σου δώσει κι αυτός από τις δικές του'
Χριστίνα, 6 ετών
'Αγάπη είναι αυτό που σε κάνει να χαμογελάς όταν είσαι κουρασμένη'
Λευτέρης, 4 ετών
'Αγάπη είναι όταν η μαμά φτιάχνει καφέ για τον μπαμπά και πίνει πρώτα μια γουλιά εκείνη για να δει αν τον πέτυχε'
Δανιήλ, 7 ετών
'Αγάπη είναι όταν φιλιέσαι όλη την ώρα. Μετά βαριέσαι να φιλιέσαι αλλά θέλεις να είσαι συνέχεια μαζί με τον άλλον και να μιλάτε. Η μαμά μου και ο μπαμπάς μου έτσι κάνουν. Κι όταν φιλιούνται εμένα μου φαίνεται αηδία'
Αιμιλία, 8 ετών
'Αγάπη είναι όταν είσαι στο δωμάτιό σου τα Χριστούγεννα κι ανοίγεις τα δώρα. Αν σταματήσεις το άνοιγμα... θ' ακούσεις την αγάπη'
Πάνος, 7 ετών
'Αν θέλεις να μάθεις να αγαπάς καλύτερα, πρέπει να ξεκινήσεις από έναν... φίλο που δεν χωνεύεις'
Τζένη, 8 ετών
'Αγάπη είναι όταν λες σ' ένα αγόρι ότι σου αρέσει το πουκάμισό του, κι αυτός το φοράει μετά κάθε μέρα'
Θωμάς, 7 ετών
'Σε μία σχολική εκδήλωση και πριν παίξω πιάνο, μ' έπιασε φόβος πάνω στη σκηνή. Τότε κοίταξα κάτω και είδα τον μπαμπά μου να με χαιρετάει χαμογελώντας. Ήταν ο μόνος που το έκανε αυτό. Τότε μου πέρασε ο φόβος'
Μαρία, 8 ετών
'Η μαμά μου με αγαπάει πιο πολύ απ' όλους. Κανένας άλλος δεν έρχεται να με φιλήσει όταν πέφτω για ύπνο'
Κλαίρη, 6 ετών
'Η αγάπη είναι όταν η μαμά δίνει στον μπαμπά το καλύτερο κομμάτι από το φαγητό'
'Όταν κάποιος σε αγαπά, ο τρόπος που προφέρει το όνομά σου είναι διαφορετικός. Ξέρεις ότι το όνομά σου είναι ασφαλές στο στόμα του'
Βασίλης, 4 ετών
'Αγάπη είναι όταν ένα κορίτσι βάζει άρωμα κι ένα αγόρι άφτερ σέιβ και μετά βγαίνουν έξω μαζί και μυρίζουν ο ένας τον άλλον'
Κάρολος, 5 ετών
'Αγάπη είναι όταν βγαίνεις για φαγητό και δίνεις στον άλλο τις μισές τηγανιτές σου πατάτες χωρίς να του ζητάς να σου δώσει κι αυτός από τις δικές του'
Χριστίνα, 6 ετών
'Αγάπη είναι αυτό που σε κάνει να χαμογελάς όταν είσαι κουρασμένη'
Λευτέρης, 4 ετών
'Αγάπη είναι όταν η μαμά φτιάχνει καφέ για τον μπαμπά και πίνει πρώτα μια γουλιά εκείνη για να δει αν τον πέτυχε'
Δανιήλ, 7 ετών
'Αγάπη είναι όταν φιλιέσαι όλη την ώρα. Μετά βαριέσαι να φιλιέσαι αλλά θέλεις να είσαι συνέχεια μαζί με τον άλλον και να μιλάτε. Η μαμά μου και ο μπαμπάς μου έτσι κάνουν. Κι όταν φιλιούνται εμένα μου φαίνεται αηδία'
Αιμιλία, 8 ετών
'Αγάπη είναι όταν είσαι στο δωμάτιό σου τα Χριστούγεννα κι ανοίγεις τα δώρα. Αν σταματήσεις το άνοιγμα... θ' ακούσεις την αγάπη'
Πάνος, 7 ετών
'Αν θέλεις να μάθεις να αγαπάς καλύτερα, πρέπει να ξεκινήσεις από έναν... φίλο που δεν χωνεύεις'
Τζένη, 8 ετών
'Αγάπη είναι όταν λες σ' ένα αγόρι ότι σου αρέσει το πουκάμισό του, κι αυτός το φοράει μετά κάθε μέρα'
Θωμάς, 7 ετών
'Σε μία σχολική εκδήλωση και πριν παίξω πιάνο, μ' έπιασε φόβος πάνω στη σκηνή. Τότε κοίταξα κάτω και είδα τον μπαμπά μου να με χαιρετάει χαμογελώντας. Ήταν ο μόνος που το έκανε αυτό. Τότε μου πέρασε ο φόβος'
Μαρία, 8 ετών
'Η μαμά μου με αγαπάει πιο πολύ απ' όλους. Κανένας άλλος δεν έρχεται να με φιλήσει όταν πέφτω για ύπνο'
Κλαίρη, 6 ετών
'Η αγάπη είναι όταν η μαμά δίνει στον μπαμπά το καλύτερο κομμάτι από το φαγητό'
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

