Δευτέρα 29 Ιουνίου 2009

Τα τέσσερα κεριά...

Τέσσερα κεριά έκαιγαν απαλά φωτίζοντας το σκοτεινό δωμάτιο. Η νύχτα ήταν τόσο ήσυχη που μπορούσες να τα ακούς να σιγοψιθυρίζουν…

“Είμαι η Ειρήνη, όμως κανένας δε φροντίζει να διατηρεί τη φλόγα μου, μάλλον θα πρέπει να αποχωρήσω”, ακούστηκε να ψιθυρίζει το πρώτο κερί και αργόσβησε.

“Είμαι η Πίστη, μα κανένας δε φαίνεται να με χρειάζεται πλέον, οπότε δεν υπάρχει νόημα να παραμένω αναμμένη”, είπε το δεύτερο κερί την ώρα που ένα απαλό αεράκι έσβηνε τη φλόγα του.

“Είμαι η Αγάπη, δεν έχω την αντοχή να διατηρήσω τη φλόγα μου. Οι άνθρωποι δε μου δίνουν σημασία και δεν κατανοούν την αξία μου. Έχουν πάψει να αγαπάνε ακόμα και τα πιο κοντινά τους άτομα.” ψιθύρισε το τρίτο κερί και έσβησε.

Ένα μικρό κοριτσάκι άνοιξε ξαφνικά την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο. Κοίταξε τα σβησμένα κεριά και με βουρκωμένα μάτια τους είπε: “Γιατί δεν είστε αναμμένα; Θα έπρεπε να είστε αναμμένα μέχρι το τέλος”

Τότε μοναχά μίλησε το τέταρτο κερί. “Μη κλαις, της είπε. Όσο υπάρχω εγώ και διατηρώ τη φλόγα μου, μπορούμε να ανάψουμε και πάλι τα σβησμένα κεριά. Το όνομα μου είναι Ελπίδα…”

Το νόημα της ζωής

Μια φορά και ένα καιρό, τρία αδέρφια αποφάσισαν να μάθουν το νόημα της ζωής. Ρώτησαν τον ιερέα και τον δάσκαλο του χωριού που ζούσαν αλλά δεν ξέραν να τους απαντήσουν. Φύγαν από το χωριό και πηγαίναν σε όλο και μεγαλύτερες πόλεις αλλά πουθενά κανείς δεν ήξερε το νόημα της ζωής.

Μια μέρα συναντάνε έναν ταξιδιώτη και του λένε την επιθυμία τους. Αυτός απαντάει:

“Το νόημα της ζωής το ξέρει ένας σοφός που κατοικεί στην κορυφή ενός βουνού στην άκρη του κόσμου.”

Χωρίς να χάσουν χρόνο τα τρία αδέρφια ξεκίνησαν να βρούνε το βουνό που τους είπε ο ταξιδιώτης. Μετά από ένα μακρινό ταξίδι βρήκαν μπροστά τους ένα σταυροδρόμι με τρεις δρόμους που όλοι οδηγούσαν στο βουνό. Τα τρία αδέρφια τότε αποφάσισαν να χωρίσουν και να πάρει ο καθένας ξεχωριστό μονοπάτι.

Ο μεγαλύτερος πήρε τον αριστερό δρόμο. Πέρασε μία έρημο, πέρασε ένα επικίνδυνο δάσος και έφτασε σε ένα χωριό. Οι χωριανοί που δεν βλέπανε πολλούς ξένους από τα μέρη τους τον καλωσόρισαν και του ζήτησαν να τους πει την ιστορία του. Αυτός τους είπε για το βουνό , τον σοφό και ότι έψαχνε το νόημα της ζωής. Μια κοπέλα άκουσε την ιστορία του και τον κάλεσε να ξαπλώσει στα γόνατα της για να ξεκουραστεί. Και ο μεγαλύτερος αδερφός μόλις ξάπλωσε, έκλεισε τα μάτια του και ξέχασε το βουνό, ξέχασε τα αδέρφια του, ξέχασε και το νόημα της ζωής.

Ο μεσαίος αδερφός, πήρε τον δρόμο που πήγαινε ευθεία. Πέρασε μία έρημο, πέρασε ένα επικίνδυνο δάσος, κολύμπησε μία τεράστια λίμνη και σκαρφάλωσε απόκρημνους βράχους. Μία μέρα καθώς περπατούσε βρήκε στον δρόμο του μία πηγή. Διψασμένος όπως ήταν, σκύβει να πιει λίγο νερό. Αλλά το νερό ήταν πολύ γλυκό και μόλις ήπιε την πρώτη γουλιά, ξέχασε το βουνό, ξέχασε τα αδέρφια του, ξέχασε και το νόημα της ζωής.

Ο μικρότερος αδερφός, πήρε τον δρόμο δεξιά. Πέρασε μία έρημο, πέρασε ένα επικίνδυνο δάσος, κολύμπησε μία τεράστια λίμνη, σκαρφάλωσε απόκρημνους βράχους, πολέμησε τέρατα και περπάτησε σε χιονοθύελλες και σε καύσωνες. Όσες κοπελιές και αν του ζητούσαν να ξεκουραστεί στα γόνατα τους αρνιόταν και κάθε φορά που έβρισκε μια πηγή έριχνε αλάτι στο νερό της για να γίνει αλμυρό. Και μετά από ένα μεγάλο ταξίδι και αφού είχαν μακρύνει τα γένια του και είχαν ασπρίσει τα μαλλιά του, βρίσκει το βουνό που κατοικούσε ο σοφός.

Με όλες του τις δυνάμεις σκαρφαλώνει στην κορυφή όπου και βλέπει τον σοφό να κάθεται και να τον περιμένει. Χωρίς να χάσει χρόνο τον ρωτάει:
“Σοφέ γέροντα έμαθα ότι ξέρεις το νόημα της ζωής. Έκανα μεγάλο ταξίδι για να σε συναντήσω. Σε παρακαλώ μοιράσου το μαζί μου.”

Ο σοφός μετά από μια μικρή παύση του απαντάει:
“Το νόημα της ζωής είναι ένα δέντρο στην μέση της ερήμου που δεν έχει ούτε ρίζες, ούτε κορμό ούτε κλαδιά…”

Ο νεαρός μετά από λίγη σκέψη, του λέει:
“Δηλαδή γέροντα αυτό που θες να μου πεις είναι ότι το νόημα της ζωής δεν υπάρχει πραγματικά, αλλά πρέπει εμείς να το ψάχνουμε για να παίρνουμε δύναμη και να τα καταφέρνουμε στις δυσκολίες της ζωής;”

Τότε ο σοφός αφού του έγνεψε χαμογελώντας, ο νέος ευχαριστημένος που επιτέλους έμαθε το νόημα της ζωής, ξεκίνησε για το ταξίδι της επιστροφής και για να μάθει την τύχη των αδερφών του.

Αφού έφυγε ο νέος, ο σοφός τραβάει κοντά του ένα μεγάλο βιβλίο και γράφει την απάντηση του νεαρού μαζί με τις άλλες που είχαν δώσει όλοι αυτοί που τον ρώτησαν για τον νόημα της ζωής.

Γιατί πραγματικά το νόημα της δεν υπάρχει πραγματικά, αλλά πρέπει εμείς να το ψάχνουμε για να παίρνουμε δύναμη και να τα καταφέρνουμε στις δυσκολίες της ζωής…

εγώ βρήκα εσένα... εσύ είσαι το νόημα της δικής μου ζωής...

Pete Seeger

"Αν ειχα λιγα δευτερολεπτα για να πω κατι πριν πεθάνω, θα έλεγα : 'μην αφήσετε κανέναν να σας πει οτι δεν υπάρχει ελπιδα. Οσο κι αν σας εχουν καταπιέσει, χτυπήσει, βρίσει, σηκωθείτε και παλέψτε. Παλέψτε με το χαμόγελο. Η πάλη αυτή μπορεί να είναι διασκεδαστική. Σκαρώστε ενα τραγούδι, ζωγραφίστε μια εικόνα, πείτε μια ιστορία, αλλά κάντε κάτι μόνοι σας, μην αφήνετε τους άλλους να κάνουν κάτι. Κάθε άνθρωπος, άντρας ή γυναίκα, μαύρος ή άσπρος, νέος ή γέρος, έξυπνος ή αργός, όλοι έχουμε κάτι να πούμε και πρέπει να το πούμε, οφείλουμε να το πούμε."

Καλημέρα...

Κυριακή 28 Ιουνίου 2009

Χωρίς τίτλο...

Σε χάνω... και δεν μπορώ μπροστά στον κόσμο να λυγίσω... ούτε την ώρα που περνά να σταματήσω... Σου στέλνω χωρίς λόγο, τρεις λέξεις... Σ' αγαπώ καρδιά μου... Χωρίς να θέλω να πετύχω κάτι... Χωρίς να περιμένω απάντηση... Απλά, γιατί θέλω να κάνω λίγο θόρυβο στην τόση σιωπή σου... ΜΑΘΕ ΝΑ ΛΥΓΙΖΕΙΣ... ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΣΠΑΣΕΙΣ ΠΟΤΕ!! Έχεις χαθεί σε μια σιωπή που μεγαλώνει τη μοναξιά μου. Δε σε θυμήθηκα απλά... δε σε ξέχασα. Θέλω να σε δω... αλλά όχι μόνο στα όνειρα μου...

πάλι από μια αγάπη που έσβησε (;) υπάρχει (;)...

Κυριακή 21 Ιουνίου 2009

O Άντρας στο Φεγγάρι

Κάποτε ήταν ένα πολύ όμορφο κορίτσι, που το έλεγαν Αμάτα και ζούσε σ' ένα μικρό χωριό, περικυκλωμένο από δάση, στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού. Η Αμάτα ήταν ονειροπαρμένη και είχε όλο παράξενες ιδέες. Φανταζόταν πως υπήρχε κάποιος άντρας στο φεγγάρι που της χαμογελούσε από ψηλά κάθε βράδυ.

"Θέλω να τον παντρευτώ, μαμά", έλεγε πεισματάρικα. "Είναι ο ομορφότερος άντρας που έχω δει ποτέ".

"Δεν υπάρχει κανένας άντρας στο φεγγάρι", ανταπαντούσε απότομα η μητέρα της. "Καιρός να βάλεις στην άκρη τα παιδιάστικα ονειροπολήματά σου. Πολλά παληκάρια του χωριού, ζήτησαν το χέρι σου. Ξέχνα το φεγγάρι και διάλεξε ένα από αυτά".

Όμως, η Αμάτα, αν δεν μπορούσε να έχει τον άντρα από το φεγγάρι, δεν ήθελε κανέναν άλλον. Εκείνο το βράδυ, έβαλε τα υπάρχοντά της σε μια τσάντα και το έσκασε από το χωριό. Θα πήγαινε να βρει τον άντρα των ονείρων της και θα του έλεγε πόσο τον αγαπούσε. Εκείνος όμως, θα της απαντούσε?

Η Αμάτα περιπλανήθηκε στο δάσος, κρυφοκοιτάζοντας μέσα από τα δέντρα. Το φεγγάρι ήταν τόσο ψηλά στον νυχτερινό ουρανό...πως θα έφτανε τον αγαπημένο της? Προσπάθησε να τον φωνάξει, αλλά η φωνή της πνιγόταν από τους ήχους των πλασμάτων της νύχτας. Προσπαθώντας να τον αγγίξει, σκαρφάλωσε στο ψηλότερο δέντρο του δάσους, σκίζοντας το φουστάνι της στα κοφτερά κλαδιά. Και πάλι όμως το φεγγάρι ήταν πολύ μακρυά.

Η Αμάτα κατέβηκε από το δέντρο και προσπάθησε να σκεφτεί. Στο τέλος αποφάσισε να σκαρφαλώσει στο βουνό. Θα έφτανε το φεγγάρι από την κορυφή του?

Ξεκίνησε να ανεβαίνει το μονοπάτι, ακολουθώντας τα πανάρχαια περάσματα που είχαν ανοίξει οι βοσκοί, αφήνοντας πίσω της το φιλόξενο δάσος. Το χιόνι στο βουνό, μελάνιασε τα γυμνά πόδια της και οι αιχμηρές πέτρες, ξέσκισαν τις μικρές πατούσες της, αλλά εκείνη δεν έδινε σημασία. Έφτανε πιο κοντά στον άντρα που αγαπούσε. Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Όταν έφτασε στην κορυφή του βουνού, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και φώναξε: "Γειά σου..γειά σου.."

Και πάλι όμως ο άντρας στο φεγγάρι, ήταν πολύ μακρυά. Βαριά σύννεφα φορτωμένα βροχή, σχημάτισαν μια κουρτίνα ολόγυρά του και εξαφανίστηκε από τα μάτια της. Το καημένο το κορίτσι, πήρε με δυσκολία το δρόμο του γυρισμού, κλαίγοντας με λυγμούς από την απελπισία. Ήταν αποφασισμένη να μην επιστρέψει στο χωριό της. Αν δεν μπορούσε να έχει τον άντρα στο φεγγάρι, δεν ήθελε κανέναν...

Στο δάσος σταμάτησε για να πλύνει τα κουρασμένα και πληγιασμένα πόδια της σε μια λίμνη. Είτε το πιστεύετε είτε όχι, το φεγγάρι ήταν εκεί, φανερωμένο πια από τα σύννεφα και επέπλεε στο νερό της λίμνης. Η Αμάτα, είχε ανεβεί στην κορυφή του βουνού για να τον φτάσει, όμως αυτός ήταν εκεί, μπροστά στα πόδια της. Τι όμορφος που ήταν και πόσο χαρούμενος φαινόταν που την έβλεπε! Άπλωσε το χέρι για να του χαϊδέψει το πρόσωπο και έπεσε με το κεφάλι μέσα στη λίμνη. Το τελευταίο πράγμα που είδε, ήταν το χαμόγελό του...

Ψηλά, ανάμεσα στ' αστέρια, ο θεός Τούπα, που παρακολουθούσε όλο αυτό τον καιρό την Αμάτα, δεν άντεξε τόσο πόνο. Ένα τόσο γενναίο κορίτσι, άξιζε καλύτερη μοίρα, ένα πιο ευτυχισμένο τέλος. Ο θεός, ανοιγόκλεισε τα μάτια και η Αμάτα, επέπλευσε και πάλι στην επιφάνεια του νερού, μεταμορφωμένη σ' ένα πανέμορφο νούφαρο.

Ακόμη και σήμερα, το νούφαρο και ο άντρας στο φεγγάρι συναντιούνται κάθε βράδυ στη λίμνη και θαυμάζει ο ένας, την αιώνια ομορφιά του άλλου...

Ο κλέφτης της αγάπης

Πλέοντας στις θάλασσες του νετ, βρήκα ένα ποίημα που θα μας ταξιδέψει σε ερωτικούς ωκεανούς. Ένα ατελείωτο ποίημα αγάπης, που θεώρησα ότι έπρεπε να το μεταφέρω και στη δική μας τη γειτονιά. Το έχει μεταφράσει ο Χ.Π. (έτσι υπογράφει).

Ο μύθος λοιπόν λέει πως ο Bilhana ερωτεύτηκε τη κόρη του βασιλιά Madanabhirama, πριγκήπισσα Yaminipurnatilaka κι είχαν μυστική ερωτική σχέση. Ανακαλύφθηκαν όμως κι ο ποιητής ρίχτηκε στη φυλακή. Περιμένοντας την απόφαση, έγραψε ερωτικό ποίημα πενήντα στροφών, μη ξέροντας αν θα στελνόταν εξορία ή στην αγχόνη. Είναι άγνωστο ποια μοίρα είχε. Εντούτοις, το εξαιρετικό ποίημά του, μεταφέρθηκε στόμα με στόμα, σ' ολόκληρη την Ινδία. Υπήρξαν διάφορες εκδοχές, συμπεριλαμβανομένων κι αυτών από τη Νότια Ινδία, πως είχε ευτυχές τέλος. Η ευτυχής είναι πως οι στίχοι του φέρανε τη λευτεριά του, όταν τους διάβασε δημόσια τη μέρα που 'ταν να θανατωθεί και παντρεύτηκε τη πριγκήπισσα της καρδιάς του...



Και τώρα ακόμα
η σκέψη μου βυθίζεται στο μέλι του κοριτσιού μου,
στις κορδέλες, στα μπουμπούκια
που ξημέρωναν χρυσάφι,
στη μεθυσμένη νύχτα των μαλλιών της,
στα κουρασμένα, από το μόχθο της αγάπης, βήματά της,
στη γαλήνη των βλεφάρων της:
κοιμάται ή ρεμβάζει.

Αρπάζεται ο νους μου
απ' την αλήθεια της απουσίας της
κι αρχίζει να δουλεύει
βαθιά μες στη ψυχή μου
την αποκάλυψή της.

Και τώρα ακόμα
βλέπω τα στήθη της μεστά
στου κόρφου της τη κιτρολεμονιά.
Το πρόσωπό της έναστρος επάνω ο ουρανός.

Πάω κοντά.
Πυρπολημένο το κορμί της,
πληγωμένο απ' της αγάπης τη πύρινη αιχμή.
Την άνθισή της σκέφτομαι
και θάβεται η καρδιά μου ζωντανή στο χιόνι.

Και τώρα ακόμα
να 'ρχόταν το κορίτσι μου
μ' αυτά τα μάτια σαν τ' ανθάκια του λωτού
απ' της αγάπης τα μαρτύρια τσακισμένη,
αμέσως θα της άνοιγα τη δίψα των χεριών μου
να πιει αυτή, να πιω κι εγώ
απ' των χειλιών της το κρασί:
εργατικός κουρσάρος της γλύκας,
σαν την μέλισσα, που δεν χρονοτριβεί
να κλέψει από το νούφαρο το μέλι.

Και τώρα ακόμα
τη θυμάμαι κουρασμένη απ' της αγάπης
τον μόχθο να βαδίζει αργά, απρόθυμα.
Ποτάμι τα μαλλιά στα κάτωχρά της μάγουλα.
Κι η ταραχή του φουστανιού της να ψελλίζει
πολύχρωμα, δαντελωτά, τι κέρδισε, τι έδωσε.
Η αύρα η μυρωμένη των χεριών της
σκορπίζει ανεμώνες στον λαιμό μου.

Και τώρα ακόμα
έχω μπροστά μου κείνη τη στιγμή
που η συστολή της -διάφανο σκοτάδι-
μου έκρυψε τ' ωραίο πρόσωπό της,
αφήνοντας τα μάτια της να λάμψουν σαν αστέρια.
Κι η αγρύπνια του έρωτα φτερούγιζε όλη νύχτα
σα ρόδινο πουλί.

Και τώρα ακόμα
αν έβλεπα τα μάτια τα μεγάλα της
τα μήλα τα ολοζώντανα, τα μάγουλα τ' αχνά,
σα κήπος θ' άνθιζε ο πυρετός του χωρισμού,
κι η νύχτα ένας εραστής μελαχρινός
θα χόρταινε το φως
στα στήθια της ημέρας.

Και τώρα ακόμα
θυμάμαι το λιγνό ποτάμι των μαλλιών της να σπαρταρά,
τα πορφυρά της χείλη να σμίγουν στη φλογέρα,
να οδηγούν του έρωτα τον χορό.
Ένα τρελό φεγγάρι το πρόσωπό της έγινε
πάνω απ' το χορτασμό.
Σαλέψαν ανεπαίσθητα τα μέλη της, σιγά, αρμονικά,
τα πόδια της δουλέψαν τον λευκό μόχθο του έρωτα
και σώπασε απαλά.

Και τώρα ακόμα
τη βλέπω στη κρυστάλλινη αχλή των αρωμάτων της
να σπέρνει καταιγίδες σεντονιών:
ένα κορίτσι με μάτια σα καλό κρασί,
δυο μάτια που αγαπιούνται σα πουλιά...
Πώς καιροφυλακτεί
το νεογέννητο γεράκι των χειλιών της!

Και τώρα ακόμα
κολυμπά τρυφερά
προς την απόκρημνη ακτή του πόθου της:
σαν το κρασί κόκκινα,
κατακόκκινα τα μεθυσμένα χείλη της,
γραμμένα με απέραντο γαλάζιο.
Μέλι χρυσό το λυγερό κορμί της,
κόσμος ολάκερος το ζωντανό της βλέμμα.
Υπέροχη η ανάσα της σαν αύρα
φέρνει τ' αρώματα όλα του Κασμίρ.

Και τώρα ακόμα
κάνει τα μάγια της μες στη ψυχή μου.
Ακούω τη φρικτή λέξη του χωρισμού
μέσα στη νύχτα: «Αντίο».
Γυρίζω, βλέπω μια χρυσή ανταύγεια χειλιών.
Γέρνω να τα φιλήσω.
Και χάνομαι μες στα μαλλιά
του κοριτσιού που αγάπησα,
βαθιά, πολύ βαθιά.

Και τώρα ακόμα
το διψασμένο βλέμμα μου νηστεύει τη μορφή
του κοριτσιού που έχασα.
Κρίκοι χρυσοί μου εσείς,
που αγγίζατε τη τρυφερή μανόλια
του προσώπου της
κι άγραφη εσύ περγαμηνή,
τραγούδησαν τα χείλη μου ατέλειωτα φιλιά.
Τόσα φιλιά!
Μα τί να γράψω πια;

Και τώρα ακόμα
μπροστά στον θάνατο
θυμάμαι τα βαμμένα βλέφαρά της
τα πεινασμένα μάτια της,
το έλεος του κορμιού της
δοσμένου στο κατάκοπο κυνήγι της αγάπης.
Κόκκινα αγριολούλουδα,
δροσίζουνε τη θλίψη μου οι θηλές της
κι ο πόνος μου νειρεύεται
χείλια υγρά και πορφυρά,
χείλια που ήταν κάποτε δικά μου.

Και τώρα ακόμα
έρχεται η άνοιξη και σπέρνει διάφανη δροσιά μες στα νερά.
Τα δέντρα αργοσαλεύουν τα τρυφερά τους δάχτυλα.
Το φως, ανθίζει πορφυρό στον κήπο του Θεού.
Νυχτώνει ωστόσο κάποτε και βγαίνει το φεγγάρι
κι είναι το φως του φεγγαριού
σαν τα γλυκά της μάγουλα,
κι είναι οι σκέψεις διάφανες
σαν τα χαμόγελά της.
Ένας κύκνος τριγυρίζει στο σκοτάδι.
Δεν αντέχω το μαρτύριο αυτό.

Και τώρα ακόμα
η ευλογία της ολόγυμνης αγάπης
στο μεθυσμένο μεγαλείο της μορφής της
με περνά απ' το μαρτύριο της μνήμης:
φλόγα λιγνή, τρεμοσβηστή, το φόρεμά της,
μόλις σκεπάζει ένα χέρι ρόδινο,
που σπεύδει με συστολή να συμμαζέψει
ό,τι ταξίδεψε πλησίστια η βιασύνη.
Στο τέλος, πάντα αναχωρεί τόσο γλυκά, τόσο απαλά.

Και τώρα ακόμα
όταν ραγίζει ξαφνικά η πέτρα της καρδιάς μου
της φυλακής μου πέφτουνε οι τοίχοι
και βλέπω ένα κορίτσι-φως.
Τα ρόδα των δακτύλων της
σκορπίζουν στα μαλλιά της
μιαν αγωνία τρυφερή.
Κοιτάζει κάπου μακριά.
Κι όπως ανοίγει τη ρόδινη αγκαλιά της,
ξημερώνει.

Και τώρα ακόμα
όλο στενεύει η φυλακή μου,
όλο μικραίνει.
Χτίζει άλλους τοίχους το σκοτάδι,
κι ένα κορίτσι κουρασμένο στο κρεβάτι μου, γελά.
Ταΐζει ένα μικρό πουλί, λιγνή σαν τη μελιά.
Νυστάζει, δεν κοιμάται, σαν ποτάμι.

Και τώρα ακόμα
τη βλέπω, όπως πάντα, να περνά,
να ταπεινώνει το σκοτάδι
με λουλούδια και πυρσούς.
Γυρίζει, βλέπω καθαρά το πρόσωπό της.
Στέκεται, αμύνεται με σθεναρή
αυτοσυγκράτηση:
«Εγώ πάω για ύπνο. Καληνύχτα!»

Και τώρα ακόμα
που είμαστε μακριά τόσο καιρό,
πουλί δεν φτερουγίζει έξω απ' τη φυλακή μου,
δίχως να δω ολοζώντανο εκείνο το κορίτσι
να κελαηδά όταν μιλά, να έρχεται σαν κύκνος,
σαν πληγωμένου γερακιού φτερούγα να καθεύδει,
η νύχτα των μαλλιών της.

Και τώρα ακόμα
νιώθω πως είναι ευτυχισμένη η ωραία μου πριγκίπισσα.
Τη βλέπω να χαϊδεύει
με τα μπουμπούκια των δακτύλων της
τα στήθη της.
Κρυφά κοιτάζει∙ με κοιτάζει και γελούν τα μάτια της.
Για ένα Θεό ανοίγουν τα μπουμπούκια της.
Ένα Θεό αγκαλιάζει, και σπαρταρά∙
βαθιά πολύ, θανατερά:
«Φίλα με και θα τρέξω κρυστάλλινο ποτάμι!»

Και τώρα ακόμα
κουβεντιάζουν στους δρόμους
πόσον αδύναμη υπήρξε.
Να 'ξεραν πόση δύναμη
χρειάστηκε να φτάσει μέχρις εμένα.
Μπορούσαν άραγε όλοι αυτοί,
που αγοράζουν κι αγοράζονται μ' ασήμι και χρυσό
να γράψουν την ελάχιστη σκιά κάτω απ' τα μάτια της;
Ποιός βασιλιάς την έφερε στο άχαρο κρεβάτι του;
Μοναχικό κορίτσι μου,
κρέμεται ακόμα πάνω μου σα φυλαχτό,
το σθένος σου.

Και τώρα ακόμα
που θα δω τον ήλιο μόνο μια φορά να βγαίνει.
Τώρα ακόμα, που δε θα ξαναδώ τ' αστέρια
-ούτε και θέλω-
εκείνη σκέφτομαι άγρυπνη.
Εγώ θα γείρω μια στιγμή κι ύστερα μέσα μου σιωπή.
Εκείνη; Γείρε, ύπνε, τα βλέφαρά της κι άσε με μένα
ν' αγρυπνώ τον έσχατο ερχομό σου.

Και τώρα ακόμα
η αγωνία της μοναξιάς μου είναι μια:
πως θα γλιστρήσει το φουστάνι στο κορμί της.
Θα δω τα στήθη της,
θα νιώσω τη ζωή που σφύζει μέσα τους,
μια νύχτα πανικού στα εσώρουχά της
θ' ανατρέψει όλης της γης τη τάξη,
θα 'ναι πια χάδια τα κύματα,
φιλιά οι τρικυμίες;
Την έχω δει να μπαίνει στο ναό
και να 'ναι τα λουλούδια της,
τα χέρια του ίδιου του Θεού.

Και τώρα ακόμα
όταν ακούω τους σοφούς να σαβανώνουν
με λόγια ακατάσχετα τα νεκρωμένα νιάτα τους,
μου λείπει η αρμύρα των ψιθύρων της,
το χρώμα των στεναγμών, που έσπερνε στον ύπνο της,
ν' ανθίσουν στον δικό μου λέξεις μικρές, ωστόσο σοφές,
αιφνίδιες σα νερό κρύσταλλο κρύο
κι άγριες σαν το μέλι.

Και τώρα ακόμα
θυμάμαι την αυγή να περιθάλπει
τη κατάκοπην αγρύπνια του έρωτά της.
Φωλιάζει μες στα χέρια μου, χαμογελά λιγνά
όταν τρεκλίζει η γλώσσα μου το κάθιδρο έλεός της.
Ξημέρωσε.
Όλη νύχτα,
τη σιωπή μοχθούσα του θανάτου.
Ένα τραγούδι ακόμα!
Ένα τραγούδι ακόμα...

Και τώρα ακόμα
ο ξυλοκόπος κι ο ψαράς γυρίζουν σπίτι
όταν απάνω βγαίνει το φεγγάρι,
με το τσεκούρι και το δίχτυ του μουσκίδι φως αχνό.
Σηκώνεται η πορφυρή φλόγα στο παραγώνι και λέει:
«Εμπρός, εμπρός! Έρωτα κι ύπνο αμέσως!»
Κάποιος, κάπου τραγουδά.
Κάποιο κορίτσι κρύβεται μέσα στις φυλλωσιές.
Φέγγει στα στήθη της ολάκερο φεγγάρι.
Κι εγώ θα πρέπει αύριο να πεθάνω.

Και τώρα ακόμα
σα να 'χω όρεξη για προσευχές.
Τουλάχιστον να πιάσω τη κουβέντα
με τους Θεούς γι' αυτό τον κόσμο,
για τον άλλο, να ετοιμαστώ,
να ετοιμάσω την ψυχή μου...
Γονατίζω και λέω:
«Πατέρα του φωτός,
περίμενε λιγάκι ακόμα.
Των σκοταδιών μητέρα,
κράτησε λίγο ακόμα.
Ένα φιλί... το πόδι της...
ένα φιλί μονάχα... »

Και τώρα ακόμα
βλέπω το πρόσωπο, τα μάτια της να φεύγουν
σαν τ' αγρίμια μέσα σε δάσος σκοτεινό.
Κι εγώ χαμένος κυνηγός.
Γύρω νερά μοναχικά -δάκρυα σωστά-
και πέρα κει στις φυλλωσιές θροΐζουν τα μαλλιά της.
Τρέχω και πέφτουν τα σκυλιά επάνω μου.
Ξυπνώ: σκόνη και πέτρα.
Τι είναι εδώ;
Είμαι θαμμένος;

Και τώρα ακόμα
όταν φιλά επάνω το φεγγάρι,
τις θημωνιές στην αγκαλιά του θερισμού
και το μεστό ροδάκινο στα χέρια των κλαδιών,
γαλήνια τη βλέπω να εξοφλεί τα χρέη της στον έρωτα.
Πυκνώνει, πέφτει σα δροσιά το φως των αστεριών.
Μα δεν μας βρίσκει αγκαλιά στον κήπο, όπως πάντα.
Θα πρέπει να νηστέψει χορτασμό κι αυτό το βράδυ.

Και τώρα ακόμα
ο έρωτας είναι Θεός κι η νύχτα η Θεά του.
Όμως εγώ συνάντησα κάποτε το παιδί τους∙
κι ήταν ωραία,
έλαμπε ολόκληρη, Θεέ μου!
Δεν ονειρεύτηκα έκτοτε βαθύτερη ομορφιά.
Νυχτώνω -ξέρω, ναι-
όμως λάμπει επίμονα στο χέρι της το αμύθητο πετράδι
του πρώτου μας καλοκαιριού.

Και τώρα ακόμα
απορώ πού βρίσκει τόσο μένος η αγάπη:
αυτή, μια παλάμη, τρυφερή επιδερμίδα,
δυο άμαχα χεράκια,
να παλεύει σαν τίγρη,
στην ηδονική παγίδα των δακρύων,
που πέσαμε μαζί!

Και τώρα ακόμα
θυμάμαι πως θεωρούσα ομορφιά
τα κυπαρίσσια και τα ρόδα, τα βουνά,
τους λόφους και το κύμα.
Ώσπου μια μέρα είδα των χεριών σου τις πεταλούδες
να μυρώνουνε τον διάφανο αέρα.
Σκέφτομαι κορυδαλλούς να παίζουν μες στις φυλλωσιές,
παιδιά να λιάζονται γυμνά στις ακροποταμιές.

Και τώρα ακόμα
μετά από τόσες νύχτες των λευκών σου σεντονιών
που μου στέρησε ο ύπνος,
σκέπτομαι πως μπορεί να μην υπήρξε
τόσο σκληρός μαζί σου.
Το δικαιούσαι: έκλαψες πολύ.
Φτωχή μου αγάπη,
ο θάνατος στο κήπο τριγυρίζει,
δε θ' αργήσει να εισβάλει στα ερείπια των ελπίδων μου:
φθινοπωριάζει.

Και τώρα ακόμα
θυμάμαι τη παραζάλη της φυγής μας,
εκείνη την απελπισμένη έξοδο
από το σκοτεινό ψέμμα του ύπνου
στη κατάφωτη αλήθεια των ονείρων:
τρέχαμε πλάι στο ποτάμι του χειμώνα,
κι ο ήλιος ξεψυχούσε στα νερά,
δίχως λουλούδια πια και χορτάρια
να χαϊδεύονται στο τρυφερό του φως∙
σήκωσε την τελευταία του ακτίνα
και μας έδειξε ανήμπορα τον δρόμο
για τη Νιρβάνα,
για τη θάλασσα...

Και τώρα ακόμα
σκέπτομαι μάτια σαν το μετάξι πρόθυμα
να περιπαίξουν, να χαϊδέψουν,
να τυλίξουν απαλά το σώμα μου∙
μάτια με βλέφαρα που ανοίγουν άλλα μάτια,
όταν κλείνουν σκιερά.
Σκέπτομαι, σκέπτομαι, θυμάμαι,
το στόμα που αγάπησα, το μυρωμένο στόμα,
τα δροσερά λουλούδια των χειλιών της,
τη μεθυσμένη νύχτα των μαλλιών της,
τα δάχτυλα, σαν τα λιγνά κλαριά που αργοσαλεύουν
τον πολύτιμο καρπό τους.

Και τώρα ακόμα
οι ζωγράφοι όλου του κόσμου,
με τους λεπτούς καμβάδες τους,
τα χρώματα τα εξαίσια,
στις τρυφερές σκιές,
αδυνατούν ν' απεικονίσουν
το φως του ήλιου
στο λυγερό σώμα του κοριτσιού μου.
Ζωγράφος δεν υπάρχει σαν το βλέμμα.

Και τώρα ακόμα
όταν βρέχει μες στη νύχτα,
πλημμυρίζει ασήμι ο κόσμος.
Κλείνω τα μάτια κι ονειρεύομαι το σώμα σου.
Στέκομαι, λέει, πίσω απ' το κρεβάτι μας:
η νύχτα των μαλλιών σου πέφτει αργά
στο έρημο μαξιλάρι.
Απλώνεις ένα χέρι, έσχατο φως
κι αναζητάς να πιάσεις ουρανό.
Μάταιος κόπος.

Και τώρα ακόμα
σκέπτομαι τα πόδια σου
να γυρεύουν να φωλιάσουν στα δικά μου.
Τα ονειρεύομαι συχνά και τώρα ακόμα∙
όπως πάντα βιαστικά και σιωπηλά.
Όταν ξυπνώ δεν κλαίω∙
κι ας είναι η απουσία σου
το πρώτο πράγμα που βλέπω
μες στο άθλιο φως της μέρας.
Τί νόημα έχει πια;
Ήρθε η ώρα να μαζεύω τη ψυχή μου
και να φεύγω.

Και τώρα ακόμα
ξέρω τουλάχιστον πως είδα
τους ανθρώπους ν' αγαπιούνται.
Είδα τον πόθο να τραβά δικούς του δρόμους
μέσα στα μάτια τους.
Το χάρηκα.
Αυτός ο κόσμος που αφήνω πίσω μου
ήταν φτερούγισμα πουλιού,
φωτιές στων λόφων της κορφές.
Αυτός ο κόσμος ήταν σα ζωγραφιστός,
σαν ψεύτικος.
Εκτός απ' το κορίτσι μου.
Αυτή...

Και τώρα ακόμα
παρηγοριά έχει ο θάνατος.
Τουλάχιστον δίνει φτερά, κάπου πετάς,
κι η νύχτα πια δεν έρχεται
με τοίχους γυμνούς κι άδεια κρεβάτια.
Κανένας δε φιλάει τους νεκρούς.
Αν υπάρχει κάποια βρύση -έστω της λησμοσύνης-
μπορείς τουλάχιστον να ξεδιψάσεις.

Και τώρα ακόμα
λέω πως δοκίμασα τουλάχιστον τη γεύση της ζωής.
Μεγάλη ήταν η γιορτή.
Τέλειωσε, πάει.

Όμως -για δες- φως δυνατό!
Αιώνιο φως!

Και μέσα το κορίτσι μου!
Ας έρθει το μαχαίρι.
Έχω γιορτή!

Η κυρά της θάλασσας

Μια φορά κι έναν καιρό, στον απέραντο βυθό της θάλασσας είχε το παλάτι της μία πανέμορφη σειρήνα.

Κάθε μέρα μετά το ηλιοβασίλεμα ανέβαινε πάνω στον αφρό, πάντα σ'ένα συγκεκριμένο σημείο, όπου ήταν ένας μεγάλος βράχος. Εκεί καθόταν, αγνάντευε τα καράβια κι έπαιζε με την κιθάρα της μελωδικούς σκοπούς. Και κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια.

Μια μέρα όμως, ένα καράβι πέρασε τόσο κοντά της, που ο καπετάνιος του, μόλις την είδε, θαμπώθηκε από τη ομορφιά της και την ερωτεύτηκε παράφορα.

Τι να έκανε όμως? Το καράβι ταξίδευε και έπρεπε να φτάσει στο προορισμό του! Έπρεπε όμως να της μιλήσει. Να της πει πόσο πολύ ερωτευμένος είναι. Και να τι σκέφτηκε!

Πήρε ένα κομμάτι χαρτί, έγραψε τον καημό του, το έβαλε μέσα σε ένα άδειο μπουκάλι, το έκλεισε με έναν φελλό και το έριξε στη θάλασσα λέγοντας:

Θάλασσα που σ'αγαπώ
Έλα πάρε τον καημό,
Στο'κλεισα στο μπουκαλάκι
Την κυρά σου έχω μεράκι.

Ύστερα ακούμπησε στην κουπαστή και κοιτούσε το μπουκάλι ώσπου χάθηκε από τα μάτια του.

Πέρασαν αρκετές μέρες και κάποια από αυτές η Σειρήνα ανέβηκε πάλι στον αφρό της θάλασσας και βρήκε το μπουκάλι να επιπλέει δίπλα της.

Το άνοιξε και διάβασε τι ήταν γραμμένο μέσα. Αμέσως έπεσε σε μεγάλη περισυλλογή. Τα όμορφα λόγια που διάβασε, έκαναν την καρδιά της να χτυπήσει δυνατά.

Τον αγάπησε μόνο μέσα από ένα κομμάτι χαρτί.

Έπρεπε να βρει τον καπετάνιο. Ναι! Έπρεπε! Αλλά πως? Με ποιον τρόπο? Πήγε λοιπόν και βρήκε τον αδελφό της τον Ποσειδώνα που είναι Βασιλιάς της Θάλασσας και τον παρακάλεσε να ψάξει να βρει τον αγαπημένο της καπετάνιο.

Ο Ποσειδώνας της υποσχέθηκε πως θα εκτελέσει την επιθυμία της, διότι αληθινά ήθελε να την δει ευτυχισμένη.

Η Σειρήνα, γεμάτη χαρά, βούτηξε στο βυθό που ήταν το παλάτι της και άρχισε να χτενίζεται, να πλένεται, να βάφεται. Μέχρι που ειδοποίησε όλες τις γοργόνες να της φτιάξουν το ωραιότερο κολιέ από σπάνια κοράλλια και φιλντισένια όστρακα!

Εκείνες υπάκουσαν στη κυρά της θάλασσας και εκτελούσαν κάθε της διαταγή. Μέχρι και ολομέταξες μπλούζες με χρυσοποίκιλτα στολίδια κατάφεραν να φτιάξουν!

Οι μέρες, όμως, περνούσαν και ο Ποσειδώνας δεν είχε ανακαλύψει το καράβι με τον αγαπημένο καπετάνιο της αδελφής του.



Κάποιο δειλινό, όταν το φεγγάρι άρχιζε να ασημώνει τον ουρανό με το φως του, έπιασε μια τρικυμία, σήκωσε βουνά τα κύματα κι όσα καράβια έτυχε να περνούν από κει θαλασσοπνίγηκαν.

Τα ξάρτια τους έσπασαν και τα πληρώματα βρέθηκαν στον απέραντο ωκεανό, όπου κολυμπώντας προσπαθούσαν να σωθούν.

Ανάμεσά τους κάποιος φώναζε:

-Κυρά της θάλασσας που είσαι? Τα κύματα σταμάτησε! Τα καράβια χάθηκαν, σώσε μας πνιγόμαστε!

Την απελπισμένη φωνή άκουσε ο Ποσειδώνας. Κολύμπησε γρήγορα κατά κει και αμέσως κατάλαβε ότι ήταν ο καπετάνιος που γύρευε τόσο καιρό!

Ο Ποσειδώνας αφού σταμάτησε την τρικυμία και βεβαιώθηκε πως σώθηκαν όλοι οι ναυτικοί του πρότεινε την τρίαινά του. Ο καπετάνιος έπιασε την τρίαινα αμέσως και μαζί με τον βασιλιά της θάλασσας κατέβηκαν στο βυθό όπου ήταν η Σειρήνα καθισμένη στο θρόνο της και τους περίμενε.

Ο καπετάνιος τάχασε! Πρώτα πρώτα γιατί βρήκε την αγαπημένη του αλλά και από τα πλούτη και την πολυτέλεια που περιτριγύριζαν την γοργόνα του! Και αμέσως σκέφτηκε πως δεν είχε καμία ελπίδα να τον αγαπήσει η γοργόνα, ποια γυναίκα θα άφηνε τέτοια πλούτη για έναν άντρα?

Η Σειρήνα διάβασε τη σκέψη του αγαπημένου της καπετάνιου. Σηκώθηκε από τον θρόνο της, του άπλωσε τα χέρια και του έκανε νόημα να πλησιάσει. Εκείνος την πλησίασε και εκείνη λικνίζοντας το κορμί της με την ψαρένια της ουρά και μ'ένα χαμόγελο όλο πονηριά του είπε:

-Σήκωσε το κάθισμα του θρόνου από κάτω θα βρεις ένα χρυσό κασελάκι, άνοιξε το και πες μου τι έχει μέσα.

Πράγματι εκείνος έκανε όπως του είπε η αγαπημένη του. Ανοίγοντας λοιπόν το κασελάκι βρήκε ένα γράμμα, ένα σπαθί, ένα παξιμάδι κι ένα μπουκαλάκι γεμάτο από το νερό της ζωής.

Κοίταξε με απορία την Σειρήνα σαν νά 'θελε να της πει, τώρα τι πρέπει να κάνω? Από την αμηχανία τον έβγαλε η αγαπημένη του λέγοντας:

-Σ'αγαπώ κι εγώ καλέ μου καπετάνιε, όμως υπάρχει κάποια δυσκολία. Για να γίνω γυναίκα σου διάβασε πρώτα το γράμμα

Ο καπετάνιος το άνοιξε αρχίζοντας να διαβάζει δυνατά:

-Για να παντρευτεί η Σειρήνα τον άντρα που θα αγαπήσει, πρέπει πρώτα η ίδια να γίνει άνθρωπος με πόδια και ο μελλοντικός σύζυγος να της προσφέρει ένα παλάτι στη στεριά για να ζήσουν. Μετά, έχοντας για όπλα το σπαθί και το παξιμάδι πρέπει να νικήσει τον στρατό της Νεραϊδοχελώνας που πολιορκεί τον βυθό της θάλασσας και αφού την πιάσει αιχμάλωτη πρέπει να την καταφέρει να του μαρτυρήσει το μυστικό με ποιο τρόπο θα χρησιμοποιήσει το μπουκαλάκι με το νερό της ζωής.

Ο καπετάνιος κούνησε το κεφάλι του, έπιασε από τη μέση την αγαπημένη του και της είπε:

-Η αγάπη μου είναι τόσο μεγάλη που θα κινήσω γη και ουρανό και θα βρω την άκρη και θα σε κάνω γυναίκα μου. Άσε με όμως να ξεκουραστώ λίγο για να έχω καθαρό μυαλό να σκεφτώ.

Πράγματι πήγε να ξεκουραστεί, μα ήταν τόσο ταλαιπωρημένος από το ναυάγιο που τον πήρε ένας βαθύς ύπνος και είδε ένα παράξενο όνειρο.

Ένα μεγάλο γαλάζιο αστέρι με κεφάλι ανθρώπου ήρθε και κάθισε δίπλα του, κρατώντας το γράμμα που πριν λίγο είχε διαβάσει.

-Τι το θέλεις εσύ? Ρώτησε ο καπετάνιος.

-Για σένα το έφερα, απάντησε το αστέρι, και στάσου να ακούσεις προσεκτικά ό,τι θα σου πω.

Ανακάθισε ο καπετάνιος στο κρεβάτι, άνοιξε διάπλατα μάτια και αυτιά και άκουσε προσεχτικά το αστέρι.

-Αυτά που θα ακούσεις είναι η λύση που θέλεις στο αίνιγμα του προβλήματος που γράφει το γράμμα. Λοιπόν, πρώτα πρέπει να πας να εξοντώσεις το στρατό της Νεραϊδοχελώνας.

Στο σπαθί που θα κρατάς στα χέρια σου, εγώ θα δώσω δύναμη και έτσι θα νικήσεις όλο το στρατό. Με το παξιμάδι στο χέρι, πλησίασε το στόμα της Νεραϊδοχελώνας μα πρώτα, πριν της το ρίξεις στο στόμα, βούτηξέ το και τύλιξέ το σε τούτα εδώ τα φύκια.

Μόλις φάει το τυλιγμένο παξιμάδι θα γίνει ήρεμη σαν αρνάκι. Τότε πρέπει να ενεργήσεις γρήγορα. Κόψε της την ουρά και υποχρέωσέ την να σου μαρτυρήσει το μυστικό για το πώς θα χρησιμοποιήσεις το μπουκαλάκι με το νερό της ζωής.

Ύστερα θ'ανέβεις στον αφρό της θάλασσας, παρακαλώντας τον Βασιλιά Ποσειδώνα να σου δώσει ένα καράβι για να πας στις γαλάζιες βουνοκορφές, όπου εκεί θα φτιάξεις το παλάτι που θα καθίσεις με την αγαπημένη σου γυναίκα.

-Και πως θα φτιάξω το παλάτι? Ρώτησε ο καπετάνιος

-Πολύ απλά! Πάρε τόσα βότσαλα όσα τα δωμάτια που θα κάνεις, γέμισε το χρυσό κασελάκι με άμμο, γέμισε κι ένα μεγάλο μπουκάλι νερό της θάλασσας και σαν φτάσεις στις γαλάζιες βουνοκορφές φώναξέ με!

Κατενθουσιασμένος κι ευτυχισμένος ο καλός καπετάνιος ευχαρίστησε το γαλάζιο αστέρι για το καλό που του έκανε, μα κείνη τη στιγμή τ'αστέρι χάθηκε κι εκείνος ξύπνησε αναστατωμένος με όσα είχε δει. Και το πιο παράξενο είναι ότι δίπλα του ήταν ένας μεγάλος σωρός από φύκια!

Έκανε το σταυρό του για την τύχη που είχε και πήγε στην αγαπημένη του Σειρήνα. Της είπε πως είναι έτοιμος να εκπληρώσει το καθήκον του για την ευτυχία τους και κρατώντας το σπαθί, το παξιμάδι και το μπουκαλάκι αποχαιρέτησε την αγαπημένη του.

Νίκησε τον στρατό της Νεραϊδοχελώνας, καθώς και όλα όσα είχε δει στον ύπνο του.

Είχε φτάσει η στιγμή για το μυστικό και η Νεραϊδοχελώνα του είπε πως με το νερό θα πρέπει να ραντίσει την ουρά της Σειρήνας και μετά να πιουν και οι δύο από αυτό!

Έτσι κι έκανε. Και ναι! Καλά το φανταστήκατε! Στη θέση της ουράς εμφανίστηκαν πόδια κι η Σειρήνα έγινε ένας κανονικός άνθρωπος!

Ο καπετάνιος όμως είχε να ολοκληρώσει το έργο του.

Δίνοντας ένα γλυκό φιλί στη αγαπημένη του έφυγε για τις Γαλάζιες βουνοκορφές, όπου εκεί αφού μάζεψε τα βότσαλα φώναξε το γαλάζιο αστέρι!

Το γαλάζιο αστέρι χαμογελώντας κάλεσε το καλό πνεύμα της χαράς και της ευτυχίας και του έδωσε διαταγή να φτιάξει το παλάτι που ήθελε ο καπετάνιος.

Μονομιάς ένα δυνατό φως πλημμύρισε όλον τον τόπο.

Οι βουνοκορφές παραμέρισαν και χιλιάδες εργάτες παρουσιάστηκαν όπου κάθε ένας είχε από τέσσερα χέρια.



Έτσι το παλάτι μέχρι το βράδυ ήταν έτοιμο. Έτσι όλα έγιναν πραγματικότητα για τον καπετάνιο και την Σειρήνα, που ευτυχισμένοι έκαναν τον γάμο τους μέσα σ'ένα καράβι για να μπορεί να είναι στο γάμο και ο αδελφός της ο Ποσειδώνας!

Το τι γλέντι έγινε δεν περιγράφεται. Το καράβι, πλημμυρισμένο φώτα, έμοιαζε σαν γαλαξίας αστεριών, χιλιάδες γοργόνες με τις κιθάρες έπαιζαν μουσική και τραγουδούσαν.

Τα δελφίνια έκαναν βόλτες γύρω από το πλοίο, οι γλάροι είχαν γεμίσει τα ξάρτια και μαζεμένες ψαροπαρέες γύρω από το καράβι περίμεναν με ανοιχτό το στόμα τις λιχουδιές που τους πετούσαν!

Σαν νύχτωσε και το γλέντι τελείωσε, η αυλαία έκλεισε και το νιόπαντρο ζευγάρι πάνω στην χρυσή άμαξα, δώρο του Ποσειδώνα, έφυγαν για το παλάτι τους.

Εκεί ζουν ευτυχισμένοι και όσοι περνούν από τις γαλάζιες βουνοκορφές, λένε ότι ακούνε τα μελωδικά τραγούδια της Σειρήνας να τραγουδά την ευτυχία και την αγάπη του άντρα της...